Η πρόσληψη λίπους της μητέρας μπορεί να επηρεάσει τα αποτελέσματα των ασθενειών στα μωρά

Πρώτη καταχώρηση: Πέμπτη, 15 Απριλίου 2021, 10:26
Η πρόσληψη λίπους της μητέρας μπορεί να επηρεάσει τα αποτελέσματα των ασθενειών στα μωρά

Ζήσης Ψάλλας

Μια ομάδα ερευνητών από το University of British Columbia Okanagan βρήκε ότι ο τύπος των λιπών που καταναλώνει μια μητέρα ενώ θηλάζει μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες στην υγεία του εντέρου του βρέφους της.

Η Δρ. Deanna Gibson, ερευνήτρια βιοχημείας, μαζί με τον Δρ. Sanjoy Ghosh, ο οποίος μελετά τις βιοχημικές πτυχές των διαιτητικών λιπών, και άλλους ερευνητές, εξέτασαν το ρόλο του διατροφικού λίπους σε κυοφορούν τρωκτικά για να προσδιορίσουν τις γενετικές επιδράσεις της έκθεσης του διατροφικού λίπους στους απογόνους.

Η μελέτη δείχνει ότι ο τύπος λίπους που καταναλώνει η μητέρα κατά τη διάρκεια του θηλασμού μπορεί να επηρεάσει διαφορετικά τις εντερικές μικροβιακές κοινότητες ενός βρέφους, την ανάπτυξη του ανοσοποιητικού συστήματος και τον κίνδυνο ασθένειας.

Οι τρεις κύριες κατηγορίες λιπαρών οξέων περιλαμβάνουν τα κορεσμένα (SFA), που βρίσκονται κυρίως σε κρέατα και γαλακτοκομικά προϊόντα, τα μονοακόρεστα (MUFA), που βρίσκονται κυρίως σε ορισμένα φυτικά έλαια όπως είναι το ελαιόλαφο και τα πολυακόρεστα (PUFA) που βρίσκονται σε ξηρούς καρπούς, ψάρια και φυτικά έλαια. Τα PUFA διακρίνονται περαιτέρω σε ω-3 και ω-6 λιπαρά, με βάση η θέση του πρώτου διπλού άνθρακα στην αλυσίδα του μορίου μετρώντας από το τέλος του.

Η τελευταία έρευνα του Gibson αναφέρει τις ευεργετικές ιδιότητες του λίπους του γάλακτος και των κορεσμένων λιπών. Πριν και μετά τον τοκετό, μπορούν τα κορεσμένα λίπη να βελτιώσουν την προστασία από λοιμώδη εντερική νόσο κατά την ενηλικίωση -ιδίως όταν τα ω-3 λιπαρά συνδυάζονται με κορεσμένα λίπη.

Τα λιπαρά οξέα της διατροφής μπορούν να επηρεάσουν τις φλεγμονώδεις διεργασίες, συμπεριλαμβανομένων των αμυντικών φλεγμονωδών αποκρίσεων μετά από εντερική λοίμωξη. Αυτό μπορεί να επηρεάσει τη σοβαρότητα της νόσου, καθιστώντας τα λιπαρά οξέα σημαντικής σημασίας για την πρόβλεψη του κινδύνου μιας ασθένειας.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι είναι ένας συνδυασμός διατροφικών αλληλεπιδράσεων λιπαρών-ξενιστή με το εντερικό μικροβίωμα που μπορεί να καθορίσει τη σοβαρότητα αυτών των λοιμώξεων. Τα εντερικά βακτήρια, εξηγεί ο Gibson, αναπτύσσονται κατά τη βρεφική ηλικία και διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην ωρίμανση του ανοσοποιητικού συστήματος και στην παροχή φραγμού στον αποικισμό με παθογόνα.

Σημειώνεται ότι οι σημερινές συστάσεις είναι κατά των κορεσμένων λιπών διότι ανεβάζουν τη χοληστερόλη του αίματος -εκτός από το στεατικό οξύ.

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 15 Απριλίου 2021, 10:26