Πού είμαστε; Πού βρισκόμαστε; Πού πάμε;

Πρώτη καταχώρηση: Δευτέρα, 31 Μαΐου 2021, 13:36
Ελευθέριος Ανευλαβής
Πού είμαστε; Πού βρισκόμαστε; Πού πάμε;

Πόθεν υπάρχουμε εκεί που είμαστε πηγαίνοντας πού;

Ο ένας σώθηκε. Ο άλλος χάθηκε.

Ποιος σώθηκε; Ποιος χάθηκε;

Πώς, και γιατί ο ένας;

Κι ο άλλος; Οι άλλοι; Τι; Και γιατί;

«Ει συ ει ο Χριστός σώσον εαυτόν και ημάς» λέγει ο ένας ληστής. «Μνηθητί μου Κύριε όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» λέγει ο άλλος. «Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω» (Λουκάς κγ΄ 39, 42-43).

Ο ένας σώθηκε; Ο άλλος χάθηκε; Και οι δύο, όταν πήγαν εκεί, ούτε παράδεισο βρήκαν ούτε κόλαση.

«Θεοί κι οξαποδώ Εκεί δεν είναι παρά εδώ» (Κ. Βάρναλης)

Σώζεται κανείς μοναχός του, στον δικό του κόσμο χαμένος, όταν όλος ο κόσμος χάνεται;

Κερδίζει τον δικό του κόσμο, αυτός που τον κόσμο έχασε, χαμένος, αποξενωμένος σε έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνει και δεν τον καταλαβαίνει;

Τιμωρημένος, για τη γνώση που έφαγε «από του ξύλου της γνώσεως», εξορίστηκε από έναν βαρετό παράδεισο, για να κερδίσει το ψωμί του με τον ιδρώτα του προσώπου του επί της Γης, δημιουργός του εαυτού του και της μοίρας του.

Ριγμένος ο άνθρωπος πάνω στη Γη, έχασε την ψυχή του και ξέχασε να την αναζητήσει, χαμένη μέσα στη γνώση την οποία έβαλε δυνάστη στη θέση της καρδιάς και της ψυχής του.

Και προσκυνά τον νέο δυνάστη-Θεό, αλαζών, μακάριος και χορτάτος, ενώ ο νέος δυνάστης, ευφυής και πονηρός, ληστεύει τη ζωή του, κάνοντάς τον να πιστεύει, πως κερδίζει τον κόσμο όλο, πουλώντας την ψυχή του.

«Μακάριοι οι χορτάτοι και νυσταγμένοι, ότι γρήγορα θα αποκοιμηθούν. Μακάριοι οι κοιμώμενοι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουραγών.

Σε μια εποχή αλλοτριωμένη, όπου αλλοτριωμένοι άνθρωποι μιλάνε, επειδή τους το επιτρέπουν να μιλάνε και  λένε, αυτό που τους επιτρέπουν να λένε, συχνά αυτολογοκρινόμενοι, θα πρέπει να συνεχίσει ο άνθρωπος, που παραμένει άνθρωπος, να μιλάει; Να μιλάει με αυθόρμητο, ελευθερόστομο λόγο, όπως ταιριάζει στον άνθρωπο που κρίνει όσα βλέπει, κι όχι όπως ταιριάζει στον μαδημένο κόκορα, «ζώον δίπουν άπτερον» του κυνικού Διογένη ή «Μαινόμενου», κατά τον Σωκράτη του  Πλάτωνος.

Αναρωτιέται, κανείς, τί να πει σε ώτα ανθρώπων μη ακουόντων, βαρβάρους ψυχάς εχόντων, απογόνων του αδελφοκτόνου Κάιν, που μισαλλόδοξοι σκοτώνουν τον αδελφό συνάνθρωπο, μην αντέχοντας να βλέπουν το πρόσωπο του ανθρώπου, γιατί το δικό τους πρόσωπο είναι καταφαγωμένο από τα μαλάματα της μισερής, δικής τους  μοναδικής αλήθειας, που είναι ο θρησκευτικός φανατισμός κι ο Μαμωνάς του άνομου κέρδους και της αλαζονείας.  

Κι όμως, ο άνθρωπος ο ψυχωμένος με την ανθρωπιά, που δεν οξειδώθηκε μες στη νοτιά των ανθρώπων, δεν μπορεί παρά να εξακολουθήσει να μιλάει.

Να μιλάει ελευθερόστομα, με παρρησία, με τα λόγια του φωτοδότη Προμηθέα στον αφέντη δυνάστη: «πιο λίγο κι απ’ το τίποτα με μέλει εμένα ο Δίας», αδιάφορος για την κατηγορία του εμπρηστή που θα του προσάπτουν οι μικροί, οι ευτελισμένοι μικρόνοες λογάδες του καιρού του.

Θα μιλάει, έστω κι αν δεν λέει σπουδαία πράγματα, τη γλώσσα της ελεύθερης σκέψης, τη γλώσσα της αλήθειας, που η καθαρή συνείδησή του αναγνωρίζει ως αλήθεια, ορμή θεία, «αλήθεια, άλη θεία» του Πλάτωνος,  και την οποία συνεχώς θα αναζητεί, συνεχώς θα πλησιάζει, μα πάντα θα του ξεφεύγει.

Και σ’ αυτό το κυνηγητό της αλήθειας θα μεγαλώνει η ανθρωπιά του. Θα πλησιάζει ολοένα πιο κοντά στον αληθινό Άνθρωπο, «αναθρών α όπωπε», πάντα ελπίζοντας να κατακτήσει την αλήθεια, δυναμωμένος από τον ελπιδοφόρο Ηράκλειτο: «εὰν μη έλπηται ανέλπιστον, ουκ εξευρήσει»

Ο αλλοτριωμένος άνθρωπος της εποχής και αποχής, σάπισε αδρανώντας, και μόνο ο νόμος της αδράνειας τον κρατάει πάνω στο δέντρο της ζωής νεκρο ζώντανο, σκουληκοφαγωμένο σάπιο καρπό.

Αυτός ο άνθρωπος είναι η εικόνα και ομοίωση του Θεού πάντων των ανθρώπων, σ’ όποιον θεό κι αν πιστεύουν;

Μα αυτός, ο Θεός «τα πάντα εν σοφία εποίησε».

Κι αυτός ο κόσμος, ο αμαθής μακάριος και πτωχός τω πνεύματι, ο κόσμος αυτός, ο πνιγμένος στο αίμα το αδελφοκτόνο και το μίσος, αυτός ο κόσμος που βουλιάζει στην απάτη και στην αδικία και στο ψέμα, ποιανού δημιούργημα είναι;

Αυτός ο χοϊκός άνθρωπος έχει, λένε, «ελεύθερη βούλησή» και σηκώνει το βάρος της γνώσης του καλού και του κακού.

Μα είναι δυσβάστακτο αυτό το βάρος. Και λυγίζει ο γήινος άνθρωπος, κάτω από το βάρος της επιλογής.

Και η «ελεύθερη» βούλησή του για να ελαφρύνει το ασήκωτο βάρος, επιλέγει τον εύκολο κατηφορικό δρόμο, που οδηγεί τον άνθρωπο, χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ, προς τον αφανισμό μέσα στο βαθύ σκοτάδι της άγνοιας, που την θεώρησε γνώση.

Έτσι, ήταν, κι έτσι θα ’ναι, μέχρις ότου ανατείλει λυκαυγοφωταύγειος ο Καινός, Καινούργιος Άνθρωπος, γέννημα του Λόγου και θρέμμα της οργής, «για να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση.»

Ο Καινούργιος Άνθρωπος, με τον λόγο οδηγό, μακριά από τις πλάνες των δίγνωμων, δίκρανων, κενόκρανων μικρών ανθρώπων, θα φυτέψει την άδολη καρδιά της στρογγυλής αλήθειας στα πετρωμένα στήθη των πετρόκαρδων θνητών.

Και η ελεύθερη επιλογή τους, πια, δεν θα είναι βάρος, αλλά αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης που επιλέγει την αλήθεια. Την αλήθεια που ελευθερώνει τον άνθρωπο απ’ τον δυνάστη-ψέμα.

Εμπρός, βήμα ταχύ, από το μακρύ μονοπάτι της «εποχής» των Σκεπτικών,

Στον μέσο και δύσβατο δρόμο του «όντος μη όντος» του Πρωταγόρα, Διαγωνίως προς την πλατεία των «όντως όντων αριθμών» του Πυθαγόρα, Προς την «άνω και κάτω, μίαν και ωυτήν» οδό του Ηρακλείτου,

Πλάι στην «Ακαδημία των ιδεών» του Πλάτωνος,

Κοντά στο «Λύκειο» της λογικής του Αριστοτέλη,

Κάτω από την ωραία πύλη των Τραγικών,

Μέσω της στενωπού των Κωμικών,

Μέχρι τον λάκκο τον κοινό όπου θ’ αποσαθρωθούμε.

«Έκλεισα» λέει ο ονειροφύλακας!

«Αυτό το πλοίο, που μόλις έφυγε, για σένα ήταν.

Έφυγε, κι απόμεινες στην αποβάθρα μόνος,

να κουνάς το μαντήλι στο κενό.

Κι άλλος δρόμος δεν υπάρχει; Αναρωτιέσαι.

Υπάρχει παλίντροπος κέλευθος, του Παρμενίδη. Ο δρόμος της επιστροφής, που θα σε φέρει πάλι πίσω. Στον ίδιο σου τον άλλο εαυτό.

Τον δρόμος προς τον Άλλο σου Εαυτό, αυτήν τη φορά, κερδίζοντας παλιρροϊκό χρόνο και πάλι, μπορείς να τον γνωρίσεις. Δημιουργός εσύ και δημιούργημα, ο άλλος σου εαυτός.

 Όταν όλα θα έχουν ειπωθεί και όλα θα έχουν γίνει, κοιτώντας ο ένας τον άλλον στα μάτια, την αληθινή ιστορία του νέου ανθρώπου με το βλέμμα θα πείτε, έχοντας λειάνει τις γωνίες του εγωισμου.

Ο Νέος Άνθρωπος είναι αυτός που λέει:

Δεν πρέπει τίποτα, που δεν θέλω.

Δεν οφείλω τίποτα και σε κανέναν.

Τα έδωσα όλα σε όλους, χωρίς καν να το ζητήσουν.

Δεν έχω άλλο τίποτα να δώσω. Μόνο να πάρω, να σηκώσω

λίγο από το βάρος που βαραίνει τον άλλον.

Ο Καινούργιος Άνθρωπος φυτεύει

στον κήπο της καρδιάς των ανθρώπων χαρούμενα λουλούδια, ιριδίζοντα,

ποτισμένα με άλικο αίμα, νέο, ξεπλυμένο από αλαζονεία και μίσος,

οξυγονωμένο με το οξυγόνο της αγάπης, που τα πάντα χωρεί και τα πάντα συγχωρεί.

Ο Καινούργιος Άνθρωπος,

χαροκόπος απλοχέρης της χαράς, κι αν είναι ένα μικρόνιο στην απεραντοσύνη του σύμπαντος, δεν θα μείνει κούτσουρο στέρφο στην αιωνιότητα.

Αυτός ο άνθρωπος ο μικρός ο Μέγας.

Όταν οι σπουδαιογελοίοι, «νεκρύοι» στη ζωή, θα έχουν σαπίσει, σκουληκιασμένος καρπός πάνω στο δέντρο της ζωής, σε μια πόλη φάντασμα, πλαστογραφημένη, αγορασμένη και πουλημένη στα σαλόνια

και τις Βουλές των ξένων, εκατοντάδες φορές στα χιλιάδες χρόνια της ιστορίας της,

Αυτός, ο Καινούργιος Άνθρωπος,

θα ζει μέσα στους ναούς του, που τους γκρέμισαν φανατικοί ριστέμποροι.

Μέσα στα αγάλματά του. Τα αγάλματά του, τα ζωντανά γλυπτά, που λάτρευαν ανάγλυφη τη γυναικεία ομορφιά και σμίλεψαν τη δύναμη των ανδρών.

Τα έκλεψαν λόρδοι άξεστοι, ευγενείς βάρβαροι, τα όμορφα άλογα που χλιμιντρίζουν με τεντωμένο τον λαιμό, έτοιμα να καλπάσουν στο μέλλον των αιώνων.

Κι οι ξενομπάτες το χώμα του πάτησαν με την μπότα τους. Και το χνάρι της πατημασιάς τους θα το σβήσει η αδούλωτη πνοή,

θα το αφανίσει η τόλμη η παράτολμη του Καινούργιο Ανθρώπου.

Να τος! Να τος! Έρχεται, αρχαίο και νέο γένος,

Καβάλα στο Νοητάκι του, τον γρήγορο τον νου του,

Με την ελπίδα στην καρδιά, τη σμίλη του στο χέρι,

Για να σμιλέψει τη μορφή της θείας Αφροδίτης,

Κρυμμένη σε κάθε μάρμαρο και πέτρα αυτής της γης του.

Ο Καινούργιος Άνθρωπος, σύνθεση του σύνθετου, θέλει να ξεπεράσει τον εαυτό του, γνωρίζοντάς τον.

Αισθάνεται με τα μάτια του, κι ακούει με τον νου του.

Χαμογελάει στη χαρά. Χαμογελά στη λύπη.

 Ο έπαινος και η μομφή ρίζες σ’ αυτόν δεν πιάνουν.

Το βλέμμα του, άβυσσος φωτός, που ερευνά τα βάθη

Του πνεύματος και της ψυχής και της καρδιάς τη σάρκα.

Ψηλά κρατά την αρετή, κακία να μην την φτάνει.

Και στους μικρούς υπάνθρωπους δεν κάνει τεμενάδες.

Πυρφόρος, Προμηθέας νιος, βάζει φωτιά στα σάπια,

Αδιάφορος, που «εμπρηστή» κράζουν οι φωτοσβέστες.

Φτάνει στο τέρμα της ζωής δημιουργός και νικητής,

Ελπίδα φορτωμένος, δώρο για τους ερχόμενους,

Νέους Ανθρώπους, ζωντανούς, με τη χαρά στα χείλη.

Κι’ όταν θα ’ρθεί, του άχρηστου του θάνατου η ώρα,

Τις στάχτες του μόνο θα βρει Και τίποτ’ άλλο τώρα.

Γιατί όλα, νου, καρδιά, ψυχή, τα έχει δώσει, όλα,

Καινούργια υλικά για να χτιστεί Καινούργιος Κόσμος

-κόσμημα αγάπης κι ανθρωπιάς, για τους Καινούς Ανθρώπους.

Ο Καινούργιος άνθρωπος,

Αυτός του σάπιου ο γκρεμιστής

Ο χτίστης του καινούργιου.

Όλα πιθανοδυνατά σ’ έναν καινούργιο κόσμο.

Φωτιά τον δημιούργησε και η φωτιά τον θρέφει.

Στη βροντή του κεραυνού δεν βουβάθηκε.

Στην αφροκυματούσα θάλασσα δεν πνίγηκε.

Στον αγέρα, βεργολυγερός λύγισε, μα δεν έσπασε.

Στη λάμψη του φωτός της τύχης δεν αφέθηκε.

Στα δίχτυα της πλάνης δεν πιάστηκε.

Στο επειδή δεν αρκείται. Το γιατί ψάχνει.

Μαγγελάνος των αιτίων, φτεροκοπά

Σαν μέλισσα από λουλούδι σ’ άνθος,

Ο τρυγητής της ομορφιάς όλων ναι των πραγμάτων.

Η μαριονέτα τα σχοινιά

Τα έκοψε μια μέρα

Κι αντί να πέσει καταγής

Πέταξε στον αγέρα.

 

Ελευθέριος Ανευλαβής

elalefteris@gmail.com

Τελευταία ενημέρωση: Δευτέρα, 31 Μαΐου 2021, 13:58