Η Ευρωπαϊκή Πραγματικότητα για τη διένεξη στα σύνορα

Πρώτη καταχώρηση: Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2021, 18:45
Ερόλ Ουζέρ
Η Ευρωπαϊκή Πραγματικότητα για τη διένεξη στα σύνορα

Ερόλ Ουζέρ*

Αφού οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης εφάρμοσαν το -μεγάλης κλίμακας- σχέδιο επέκτασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ανατολή στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ήλπιζαν να δημιουργήσουν μία ζώνη χωρών γύρω από την περίμετρό της, η οποία θα μπορούσε να διασφαλίσει μία ειρηνική γειτονιά. Αυτό, όμως, αποδείχτηκε αδύνατο - τώρα τα ευρωπαϊκά σύνορα είναι μία ζώνη συνεχιζόμενων διενέξεων.

Οι διεθνείς πολιτικές -σταδιακά- προχωρούν σε μία κατάσταση η οποία έχει ξεχαστεί, ή είναι ακόμη και άγνωστη στις γενιές των πολιτικών προσωπικοτήτων και των στοχαστών. Η καινοτομία αυτής της φόρμας και το περιεχόμενο των κύριων διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο βοηθούν να καταλάβουμε το πιο σημαντικό όλων -κάνει οποιεσδήποτε ιστορικές αναλογίες εντελώς άσκοπες, αν και αυτές, αρκετά συχνά, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένδειξη πνευματικής οκνηρίας. Κάτι άλλο πραγματικά τεράστιο συμβαίνει -το θεσμικό τοπίο, το οποίο έχει διαμορφωθεί στις πολιτικές σχέσεις ανάμεσα στα κράτη από τους δύο παγκοσμίους πολέμους στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, εξαφανίζεται.

Τα κράτη συνεχίζουν να διασφαλίζουν την επιβίωσή τους, όμως η αποσύνθεση του θεσμικού συστήματος τα αναγκάζει να λαμβάνουν αποφάσεις οι οποίες είναι εντυπωσιακές στην πρωτοπορία τους. Υπό τις νέες συνθήκες, τα πράγματα τα οποία μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητα ή καταστροφικά έγιναν εφικτά: αυτό σχετίζεται με την τραγική αντίληψη των γεγονότων τα οποία -στην πραγματικότητα- δεν είναι τόσο τραγικά. Τα στοιχεία της γνώριμης επιμονής της παγκοσμιοποίησης -κολοσσιαίο διασυνοριακό εμπόριο, επικοινωνίες και πληροφορίες- ήδη υπάρχουν σε ένα θεμελιωδώς καινούργιο πολιτικό περιβάλλον, σε σύγκριση με αυτό που δημιουργήθηκε ως απόρροια των τεχνολογικών επιτευγμάτων.

Συνεπώς, οι συνέπειες της καταστροφής αυτού που συνηθίζαμε να αποκαλούμε Liberal World Order είναι πολύ πιο σημαντικές από όσο θα περίμενε κάποιος. Πρώτα από όλα, επειδή η βάση αυτής της τάξης -η άνευ όρων κυριαρχία των Δυτικών χωρών στις παγκόσμιες υποθέσεις- έχει κλονιστεί. Μέχρι πρόσφατα, ακόμη και αυτές οι δυνάμεις οι οποίες θεωρούνταν αναθεωρητικές βασίζονταν στη διατήρηση αυτής της κυριαρχίας, αν και σε περισσότερο χαλαρή μορφή. Παρόλα αυτά, αυτές οι χώρες, μεταξύ των οποίων η Ρωσία και η Κίνα, δε μπορούν να ατενίσουν το μέλλον με απόλυτη αυτοπεποίθηση και πίστη: περισσότερο από μία αλλαγή προσαρμοσμένη στα δικά τους συμφέροντα, η πραγματική πολυπολικότητα αποδείχτηκε να είναι μία -θεμελιωδώς- καινούργια κατάσταση του διεθνούς περιβάλλοντος. Οι ηγέτες των χωρών οδηγούνται από το ένστικτό τους, βασιζόμενοι στην πίστη τους στα εθνικά συμφέροντα και την κοινή λογική, μην αφήνοντας χώρο για τις συνηθισμένες μορφές διεθνούς αλληλεπίδρασης.

Η ιδανική κατάσταση από τη σκοπιά των νικητών στον Ψυχρό Πόλεμο του 20ου υποτίθεται ότι θα έμοιαζε με αλληλεπίδραση των στενών και μεγάλων ομάδων των κρατών μέσα στη διεθνή κοινότητα. Ταυτόχρονα, μεμονωμένοι εκπρόσωποι της δεύτερης ομάδας θα μπορούσαν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να ενσωματωθούν στην πρώτη ομάδα. Αλλά ακόμη και αν αυτό δε συμβεί (τα πιο πεφωτισμένα μυαλά της Δύσης αντιλήφθηκαν το ανέφικτο αυτού), η κοινότητα των δημοκρατιών των φιλελεύθερων αγορών ακόμη ήλπιζε να χρησιμοποιήσει ένα προστατευτικό εμπόδιο γύρω από τις κοινωνίες τους. Η τιμωρία για την παραβίαση των ορίων αυτού του εμποδίου θα μπορούσε να είναι πιο σημαντική ώστε, από μόνη της, να λειτουργούσε ως εγγύηση ομαλής ανάπτυξης. Παρόλα αυτά, αυτό είναι ακριβώς αυτό το οποίο δεν συμβαίνει -η Δύση δεν κατάφερε να κυβερνήσει τον κόσμο. Δε μπορεί να περιφράξει τον εαυτό της από τις διεθνείς πολιτικές χρησιμοποιώντας τον τοίχο των θεσμικών ικανοτήτων της. Την ίδια στιγμή, οι εσωτερικές διαδικασίες στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη συχνά αντιμετωπίζονται από τους έξω ως σημάδια επαναστατικής συμπεριφοράς. Στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι εντελώς αδικαιολόγητο.

Η Ευρώπη σταδιακά βυθίζεται σε μία κατάσταση παγκόσμιου ανταγωνισμού, και στα σύνορά της και μέσα σε αυτόν τον κόσμο της Ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης, η οποία μόλις πρόσφατα έμοιαζε ισχυρή και αξιόπιστα προστατευμένη. Το πρόβλημα των μεταναστών έχει μετατραπεί στην πιο ισχυρή πρόκληση στην έννοια ενός “δημοκρατικού φρουρίου”, έξω από το οποίο υπάρχουν κυρώσεις, στοχευμένοι βομβαρδισμοί και
πολιτικές δολοφονίες των αντιπάλων της Δύσης. Για πολλά χρόνια αυτό επηρέασε τη Δυτική Ευρώπη -το πιο πεφωτισμένο και προοδευτικό μέρος της κοινωνίας των δημοκρατιών της αγοράς. Φέτος, το πρόβλημα πήρε μία αναπάντεχη στροφή -η Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα κίνημα προσφύγων της Μέσης Ανατολής από μία χώρα με την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση -ανοιχτά- έχει εχθρικές σχέσεις. Οι κυρίαρχες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενεργά πολεμούν τη Λευκορωσία για περισσότερο από ένα χρόνο.

Για λογιστικούς λόγους, η Λευκορωσία υπό τον Alexander Lukashenko δε μπορεί να είναι χώρα υποδοχής για έναν τέτοιο αριθμό προσφύγων όπως, για παράδειγμα, η Τουρκία ή τα έθνη του Maghreb. Ωστόσο, σε αντίθεση με την Τουρκία ή τις πρώην Ευρωπαϊκές αποικίες στη Βόρεια Αφρική, είναι μία Ευρωπαϊκή χώρα από μόνη της, όμως ταυτόχρονα δε σχετίζεται με καμία θεσμική υποχρέωση προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από τη στιγμή που η κυβέρνηση της Λευκορωσίας δεν είναι νόμιμη από την επίσημη σκοπιά της Ένωσης, είναι δύσκολο να διαπραγματευτεί μαζί της, αν και οι Ευρωπαίοι ποτέ δεν ένιωσαν ιδιαίτερη αμηχανία από τη νομική άποψη του θέματος. Πίσω από την κυβέρνηση στο Minsk βρίσκεται η Ρωσία, δεμένη μαζί της με ισχυρές συμμαχικές υποχρεώσεις. Ακόμη και αν ήθελαν οι Ευρωπαίοι, δε θα μπορούσαν πλέον να ανατρέψουν το κίνημα της Μόσχας και του Μινσκ από τη μία πλευρά προς την άλλη. Η Ευρώπη από μόνη της έδωσε την ώθηση σε αυτή τη διαδικασία τον Αύγουστο του 2020 μέσω των πολιτικών που ασκήθηκαν.

Η συνοριακή κρίση ανάμεσα στη Λευκορωσία και την Πολωνία το φθινόπωρο του 2021 είναι απλά ένα παράδειγμα της συμπεριφοράς των χωρών μέσα στο πλαίσιο της νέας νόρμας της διεθνούς πολιτικής. Το
γεγονός ότι η μοίρα εκατοντάδων προσφύγων βρίσκεται στο κέντρο της διαμάχης σχετίζεται με την τρωτότητα της Ευρώπης σε αυτό το θέμα. Αφού οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι, πράττοντας με βάση το δικαίωμα του ισχυρού, αρκετά ενεργά χρησιμοποιούν τα πλεονεκτήματά τους σε σχέση με διαφορετικές χώρες, μοιράζοντας κυρώσεις δεξιά και αριστερά, δεν θα πρέπει να εκπλήσσονται που το μέρος για το οποίο νιώθουν λιγότερο σίγουροι θα βρεθεί υπό επίθεση.

Επιπλέον, εδώ η συμπεριφορά των αρχών της Λευκορωσίας ανέδειξε άλλο ένα αδύναμο σημείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης - η ακρίβεια και ιδιαιτερότητα της πολιτικής κουλτούρας και του τρόπου της εξωτερικής πολιτικής των Ανατολικών Ευρωπαϊκών χωρών. Είναι η Πολωνία, η μεγαλύτερη χώρα σε αυτήν την περιοχή, η οποία διαχωρίζει τη Ρωσία από τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, οι οποίες πιθανώς είναι ικανές να επιδείξουν πιο πολιτισμένη συμπεριφορά. Για τις αρχές της Πολωνίας, οι οποίες βρίσκονται στο πλαίσιο της εθνικιστικής προπαγάνδας εδώ και πολλά χρόνια, η μάχη κατά της εισβολής των “εξωγήινων” από την άλλη πλευρά των συνόρων έχει γίνει πραγματικά θέμα κρατών. Οι ένοπλες δυνάμεις της δημοκρατίας, οι οποίες σε φυσιολογικές συνθήκες καθυστερούν όχι μόνο τη Ρωσία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αλλά επίσης και τους πιο εξελιγμένους Ευρωπαϊκούς στρατούς, βρίσκονται σε μία μάχη εναντίον εκατοντάδων άοπλων ανδρών, γυναικών και παιδιών. Και οι Πολωνοί στρατιώτες αισθάνονται σαν στο σπίτι τους.

Ταυτόχρονα, η κρίση η οποία προέκυψε, όπως όλες οι κρίσεις της νέας εποχής, δεν ενέχει ρίσκο κλιμάκωσης σε επίπεδο γενικού πολέμου. Καμία πλευρά δεν είχε κανένα λόγο να μεταφράσει την κατάσταση σαν
διακρατική διαμάχη. Συνεπώς, η Βαρσοβία και το Μινσκ δεν είχαν λόγο να μειώσουν τις εντάσεις ,και οι δύο χώρες επέδειξαν αυτοπεποίθηση και σιγουριά, σε τέτοιο βαθμό που ίσως δεν ήταν αναμενόμενος από τους ίδιους ακόμη και από τους ισχυρούς γείτονές τους στην Ανατολή και τη Δύση. Η κίνηση προς την επίλυση της διαμάχης ήταν το αποτέλεσμα των κοινών προσπαθειών διατήρησης της ειρήνης από τη Μόσχα και το Βερολίνο ,ακόμη και αν αυτό δεν είναι ακριβές για να χαρακτηρίσει τις σχέσεις μεταξύ τους ως φιλικές για περισσότερο από ένα χρόνο. Παρόλα αυτά, μπόρεσαν να βρουν κοινή γλώσσα μεταξύ τους, όταν αντιμετώπισαν τη σκληρή θέση των χωρών οι οποίες αρκετές φορές θεωρήθηκαν σαν προστατευόμενες τους.

Αφού οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης εφάρμοσαν το –μεγάλης κλίμακας- σχέδιό τους επέκτασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ανατολή στις αρχές του 2000, ήλπιζαν να δημιουργήσουν μία ζώνη κρατών γύρω από την περίμετρό τους, η οποία θα διασφάλιζε μία ειρηνική γειτονιά. Κάτι τέτοιο, παρόλα αυτά, αποδείχτηκε ανέφικτο - τώρα τα σύνορα της η Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι μία ζώνη συνεχών διενέξεων. Όμως κάτι άλλο είναι αυτό που είναι πολύ πιο ασυνήθιστο για τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης -μέσα στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ίδιου του NATO υπάρχουν κράτη, σχετικά μεγάλα όπως η Πολωνία και η μικρή Λιθουανία, τα οποία πρόθυμα και με χαρά ενεπλάκησαν σε συνοριακές διενέξεις με τους γείτονές τους. Αυτό κάνει την ίδια την Ευρώπη όχι διαιτητή, αλλά ένα συμβαλλόμενο μέρος σε αντιπαραθέσεις τις οποίες θα ήθελε να αποφύγει για πάντα.

Μέχρι τώρα, η πολιτική -και κυρίως η οικονομική επιρροή της Γερμανίας στους συναισθηματικούς εταίρους της στην Ανατολική Ευρωπαϊκή Ένωση είναι επαρκής για να διευθετήσει τους καυγάδες της με τους γείτονες προς όφελος του Βερολίνου. Όμως, είναι απίθανο να συνεχιστεί για πάντα. Ήδη το είδαμε φέτος το φθινόπωρο με τη Ρωσία και τις ισχυρές χώρες της Ένωσης - ακούσαμε απειλές, η εφαρμογή των οποίων θα μπορούσε να προκαλέσει καταστροφική ζημιά στη διεθνή μεταφορά και στην εμπορική δομή σε αυτό το τμήμα της Ευρασίας. Η επόμενη διαμάχη τέτοιου είδους πιθανότατα θα οδηγήσει -αν και εν μέρει -στην υλοποίησή τους. Τότε οι ισχυρές Ευρωπαϊκές χώρες θα αντιμετωπίσουν την ανάγκη να αλληλοεπιδράσουν σε μία εντελώς νέα πραγματικότητα.

*Ο Ερόλ Ουζέρ είναι γνωστός επιχειρηματίας και χρηματιστής στην Τουρκία

Τελευταία ενημέρωση: Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2021, 18:47