Η λιποπρωτεΐνη (α) μπορεί να προσδιοριστεί και με γενετικό έλεγχο

Πρώτη καταχώρηση: Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2020, 09:45
Η λιποπρωτεΐνη (α) μπορεί να προσδιοριστεί και με γενετικό έλεγχο

Ζήσης Ψάλλας

Τα αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεΐνης (α) στο αίμα μπορεί να θέσουν τους ανθρώπους σε υψηλό κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων. Αλλά μπορούν να ανιχνευθούν με ακρίβεια με γενετικές δοκιμές -εκτός από εξετάσεις αίματος- σύμφωνα με ερευνητές του Γενικού Νοσοκομείου της Μασαχουσέτης (MGH).

Σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο JAMA Cardiology, η ερευνητική ομάδα ανέφερε ότι η βαθμολογία γενετικού κινδύνου της λιποπρωτεΐνης (α) μπορεί να έχει κλινική χρησιμότητα βοηθώντας τους γιατρούς να εντοπίσουν υποψήφια άτομα για θεραπεία με στατίνες ή άλλα φάρμακα. 

«Η εργασία μας δείχνει ότι μια εξέταση του γενετικού κινδύνου για την λιποπρωτεΐνη (α) προσφέρει μια πρόβλεψη κινδύνου για την αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο (ASCVD: atherosclerotic cardiovascular disease) που είναι συγκρίσιμη με την εξέταση αίματος που μετράει την λιποπρωτεΐνη (α)», ανέφερε ο Pradeep Natarajan, MD, ερευνητής στο Τμήμα Καρδιολογικής και Καρδιοαγγειακής Έρευνας. 

Η λιποπρωτεΐνη (α) περιέχει ένα μόριο γνωστό ως απολιποπρωτεΐνη (α) το οποίο έχει συνδεθεί σε μελέτες με την αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο (ASCVD).

Πιστεύεται ότι η γενετική αντιπροσωπεύει το 75-95% της διακύμανσης της λιποπρωτεΐνης (α) στον πληθυσμό.

Επειδή οι μη γενετικοί παράγοντες, όπως η διατροφή και η σωματική δραστηριότητα, δεν επηρεάζουν ουσιαστικά τις συγκεντρώσεις της λιποπρωτεΐνης (α) στο αίμα, ένα γενετικό τεστ είναι σε θέση να εντοπίζει ποια άτομα έχουν υψηλή συγκέντρωση.

Επίπεδα λιποπρωτεΐνης (α) πάνω από 50 mg /dL σχετίζονται με 30-50% μεγαλύτερο κίνδυνο ASCVD. Άτομα με εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, μεγαλύτερα από 200 mg/dL, θα μπορούσαν να έχουν τρεις έως τέσσερις φορές μεγαλύτερο κίνδυνο.

Μέσω της μελέτης τους, οι ερευνητές προσπάθησαν να προσδιορίσουν εάν οι 43 γνωστές γενετικές παραλλαγές της λιποπρωτεΐνης (α) θα μπορούσαν να προβλέψουν τον μελλοντικό κίνδυνο νόσου. Για το σκοπό αυτό, χρησιμοποίησαν δεδομένα από περίπου 500.000 ενήλικες του Ηνωμένου Βασιλείου Biobank ηλικίας 40-69 ετών.

Τελευταία ενημέρωση: Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2020, 09:45