Ιατρική έρευνα: Όταν η αλήθεια έρχεται τελευταία

Πρώτη καταχώρηση: Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2019, 15:30
Ιατρική έρευνα: Όταν η αλήθεια έρχεται τελευταία

Ζήσης Ψάλλας

Σε ένα κλίμα όπου οι σχέσεις μεταξύ πανεπιστημίου και βιομηχανίας ενθαρρύνονται και η χρηματοδότηση της βιομηχανίας για έρευνα συνεχίζει να αυξάνεται, οι ιατρικοί ερευνητές πρέπει να προφυλάξουν την ελευθερία των κλινικών μελετών που υποστηρίζονται χρηματοδοτικά από τη φαρμακοβιομηχανία. 

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η χρηματοδότηση των κλινικών μελετών από τη φαρμακοβιομηχανία έχει αυξηθεί σε όλο τον κόσμο ενώ η κυβερνητική και η μη κερδοσκοπική χρηματοδότηση έχουν μειωθεί. Μέχρι το 2011, η χρηματοδότηση της βιομηχανίας, σε σύγκριση με τις δημόσιες πηγές, αντιπροσώπευε τα 2/3 της ιατρικής έρευνας παγκοσμίως.

Σύμφωνα με τη σύμβαση χρηματοδότησης, συχνά οι ιατρικοί ερευνητές δεν είναι σε θέση να δημοσιεύσουν τα αποτελέσματα της κλινικής μελέτης τους χωρίς την έγκριση του σπόνσορα. Τα αποτελέσματα θεωρούνται εμπιστευτικά και η συμφωνία εμποδίζει τη δημοσίευση οποιουδήποτε ευρήματος θεωρείται εμπιστευτικό ή εμπορικό από τον χρηματοδότη.

Οι νεότεροι ερευνητές, που ακόμα δεν έχουν δημιουργήσει "όνομα", είναι ευάλωτοι στους περιορισμούς της δημοσίευσης όταν οι εταιρείες χρηματοδοτούν την έρευνά τους. Κι αυτό διότι να να συμμετέχουν σε κλινικές έρευνες υπό οποιονδήποτε όρο είναι ζωτικής σημασίας για την εξέλιξη της σταδιοδρομίας τους. Οι ανώτεροι ερευνητές μπορούν επίσης να είναι ευάλωτοι. Στη δεκαετία του 1980, μια φαρμακευτική εταιρεία χρηματοδότησε μια ερευνήτρια για να συγκρίνει ένα πρωτότυπο φάρμακο για τον θυρεοειδή με τα γενόσημά του. Η ερευνήτρια βρήκε ότι τα γενόσημα ήταν τόσο καλά όσο το επώνυμο προϊόν. Ο χρηματοδότης όμως αποφάσισε να αποτρέψει τη δημοσίευση προσφεύγοντας κατά της ερευνήτριας και του πανεπιστημίου της.

Φαίνεται πως υπάρχει ελάχιστη θεσμική εποπτεία μ' αυτή την κατάσταση. Μια μελέτη του 2018 διαπίστωσε ότι, μεταξύ 127 ακαδημαϊκών ιδρυμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες, μόνο το ένα τρίτο απαιτούσε να υποβληθούν οι συμφωνίες συμβουλευτικών υπηρεσιών προς εξέταση από το ίδρυμα. Το 35% των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων δεν θεώρησε απαραίτητο το θεσμικό όργανο να επανεξετάσει τέτοιες συμφωνίες. Όταν εξετάστηκαν οι συμφωνίες διαβούλευσης, μόνο το 23% των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων εξέτασε τα δικαιώματα δημοσίευσης. Και μόνο το 19% έψαχνε ακατάλληλες διατάξεις εμπιστευτικότητας, όπως η απαγόρευση της επικοινωνίας σχετικά με οποιαδήποτε πτυχή της χρηματοδοτούμενης εργασίας.

Όταν η έρευνα υποστηρίζεται από τη βιομηχανία, οι χρηματοδότες δεν πρέπει να υπαγορεύουν το σχεδιασμό ή τη δημοσίευση της έρευνας. Πολλά πανεπιστήμια εφαρμόζουν πολιτικές που εμποδίζουν τέτοιους περιορισμούς, αλλά αυτό δεν είναι καθολικό. Οι επιστήμονες δεν πρέπει ποτέ να υπογράψουν ή να αφήσουν το ίδρυμά τους να υπογράψει μια συμφωνία που δίνει τη δύναμη απόκρυψης των ευρημάτων μια κλινικής μελέτης. Τα πανεπιστήμια και τα επιστημονικά περιοδικά πρέπει να προστατεύουν τους νεοεμφανιζόμενους ερευνητές και να υποστηρίζουν όλους τους ακαδημαϊκούς στην αντιμετώπιση της βιομηχανικής επιρροής και της διατήρησης της ακαδημαϊκής ελευθερίας.

Τελευταία ενημέρωση: Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2019, 15:30