Γιατί η επιβολή «φόρου παχυσαρκίας» στα αναψυκτικά φαίνεται καλή ιδέα για τη δημόσια υγεία

Γιατί η επιβολή «φόρου παχυσαρκίας» στα αναψυκτικά φαίνεται καλή ιδέα για τη δημόσια υγεία

Οι χώρες έχουν αρχίσει η μια μετά την άλλη να βάζουν φόρους στα σακχαρούχα αναψυκτικά και ήδη φαίνεται αυτό να αποδίδει οφέλη για τη δημόσια υγεία. Το 2016 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) κάλεσε τις κυβερνήσεις να αυξήσουν τους φόρους στα σακχαρούχα αναψυκτικά για να καταπολεμηθούν οι παγκόσμιες επιδημίες της παχυσαρκίας και του διαβήτη. Ο ΠΟΥ εκτίμησε ότι η αύξηση της φορολογίας θα μπορούσε να περιορίσει την κατανάλωση των προϊόντων αυτών κάτι που θα βελτίωνε την υγεία των ανθρώπων.

Αν οι τιμές λιανικής των σακχαρούχων αναψυκτικών αυξηθούν κατά 20% μέσω της φορολογίας, θα υπάρξει μείωση στην κατανάλωση, ανέφερε ο ΠΟΥ. Και πρόσθεσε ότι οι ενήλικες και τα παιδιά από την Αμερική μέχρι τη Δυτική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή πρέπει να μειώσουν στο μισό την ποσότητα της ζάχαρης που καταναλώνουν για να μειώσουν τους κινδύνους της παχυσαρκίας και των χαλασμένων δοντιών.

Σύμφωνα με έρευνα που είδε το φως της δημοσιότητας πέρυσι το καλοκαίρι, οι Γερμανοί είναι πρώτοι στην κατανάλωση αναψυκτικών, μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., με μέση ανά άτομο κατανάλωση 423 κουτιών αναψυκτικών (των 330 ml). Αυτό μεταφράζεται σε κατανάλωση μεγαλύτερη των 2,5 λίτρων την εβδομάδα. Δεύτεροι έρχονται οι Δανοί οι οποίοι πίνουν κατά μέσο 378 κουτάκια αναψυκτικά το χρόνο. Τελευταίοι είναι οι Έλληνες οι οποίοι, σύμφωνα με την έρευνα καταναλώνουν κατά μέσο όρο 144 κουτάκια, περίπου 48 λίτρα το χρόνο.

Σε μια νέα πρόσφατη μελέτη, οι ερευνητές, λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία από τη Βρετανία η οποία επέβαλε "φόρο παχυσαρκίας" στη ζάχαρη βρήκε ότι  μια αύξηση των τιμών κατά 20% για σνακ με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη μπορεί να οδηγήσει σε μείωση κατά 2% της παχυσαρκίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, μέσα σε ένα χρόνο. Αν πράγματι η πρόβλεψη του 2% μόνο μέσα σε ένα έτος επαληθευτεί, τότε προκύπτει ένα τεράστιο όφελος για την υγεία των ανθρώπων.

Γιατί όμως τα αναψυκτικά συνδέονται με δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία;

Δεν είναι απολύτως σαφές ποια είναι η επίδραση των αναψυκτικών ωστόσο εκατοντάδες μελέτες που έγιναν τις τελευταίες δεκαετίες τα συνέδεσαν με την παχυσαρκία και τον διαβήτη. Ενώ παραδοσιακά οι διατροφολόγοι κατηγορούσαν το διατροφικό λίπος για την αύξηση της παχυσαρκίας, τα στοιχεία έδειξαν ότι παρά την μείωση της πρόσληψης του λίπους τα ποσοστά τόσο της παχυσαρκίας όσο και του διαβήτη αυξήθηκαν. Αυτό συνέβη διότι η μείωση του διατροφικού λίπους είχε ως αποτέλεσμα την αυξημένη πρόσληψη της ζάχαρης. Και ένα μεγάλο μέρος της προσλαμβανόμενης ζάχαρης προέρχεται από τα αναψυκτικά. Στη συνέχεια η έρευνα έδειξε πως ούτε τα αναψυκτικά διαίτης είναι αθώα - δεν προλαμβάνουν καν την παχυσαρκία.

Η έρευνα που έχει γίνει είναι τεράστια και συνεχίζεται ώστε να βρεθούν οι μηχανισμοί αιτίας-αποτελέσματος, πέρα από την στατιστική σύνδεση. Παρακάτω αναφέρονται ορισμένες από τις μελέτες που κατέγραψαν τις δυσμενείς επιπτώσεις των αναψυκτικών.

Στο στόχαστρο και τα αναψυκτικά διαίτης

Η τελευταία μελέτη δημοσιεύθηκε στο Jama Internal Medicine τον Σεπτέμβριο του 2019 και έδειξε πως όλα τα αναψυκτικά, είτε περιέχουν ζάχαρη είτε περιέχουν τεχνητές γλυκαντικές ουσίες, συνδέονται με μικρότερο προσδόκιμο ζωής. Ο Δρ. Νιλ Μέρφι, που συμμετείχε σ' αυτήν την έρευνα της Διεθνούς Υπηρεσίας Αντικαρκινικής Έρευνας (αποτελεί μέρος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας), τονίζει ότι τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι είναι αναγκαία η μείωση κατανάλωσης σακχαρούχων αναψυκτικών και η αντικατάστασή τους με υγιεινότερες επιλογές, όπως είναι το νερό.

«Οσον αφορά τα αναψυκτικά που περιέχουν γλυκαντικές ουσίες άλλες από τη ζάχαρη, η δική μας είναι η τρίτη μεγάλη έρευνα που δημοσιεύεται φέτος και αποδεικνύει σύνδεση με την αύξηση του κινδύνου θανάτου, ασχέτως αιτιολογίας», ανέφερε ο Μέρφι.

Ο Μέρφι και οι συνεργάτες του ανέλυσαν στοιχεία από 450.000 Ευρωπαίους άνω των 50 ετών, σε 10 κράτη. Το 70% των συμμετεχόντων ήταν γυναίκες. Στην αξιολόγηση των στοιχείων δεν περιλήφθηκαν άτομα που έπασχαν από καρκίνο, καρδιοπάθεια ή διαβήτη. Η παρακολούθηση ξεκίνησε την περίοδο 1996-2000 και κράτησε 16 χρόνια καταγράφοντας 41.600 θανάτους.  Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι αυτοί που κατανάλωναν δύο ή περισσότερα αναψυκτικά την ημέρα διέτρεχαν κατά 17% μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου από κάθε αιτία σε σχέση με αυτούς που έπιναν λιγότερο από ένα ποτήρι αναψυκτικό το μήνα. Αυτή η τάση καταγράφηκε τόσο για τα αναψυκτικά με ζάχαρη όσο και για αυτά που περιείχαν άλλες γλυκαντικές ουσίες.

Η επιστημονική ομάδα διαπίστωσε ότι η συχνή κατανάλωση αναψυκτικών με τεχνητές γλυκαντικές ουσίες συνδεόταν με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακά νοσήματα, ενώ τα σακχαρούχα αναψυκτικά συνδεόταν με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από πεπτικές διαταραχές. Τα αναψυκτικά συνδέθηκαν επίσης με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από τη νόσο του Πάρκινσον.

Σύνδεση με άνοια και μειωμένη γονιμότητα

Ενώ αρχικά το επιστημονικό ενδιαφέρον είχε εστιαστεί στην προστιθέμενη ζάχαρη -γι' αυτό και γίνεται μια διαρκής συζήτηση επιβολής φόρου στα σακχαρούχα αναψυκτικά- έχει φανεί ότι όλων των ειδών τα αναψυκτικά σχετίζονται με εμφάνιση ασθενειών που συντομεύουν τη ζωή.

Το 2017 δύο αμερικανικές μελέτες που δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά Stroke και Alzheimer & Dementia βρήκαν ότι τα αναψυκτικά διαίτης τριπλασιάζουν τον κίνδυνο για άνοια ή ισχαιμικό εγκεφαλικό. Οι ερευνητές έγραψαν: «Βρήκαμε ότι οι άνθρωποι που έπιναν τουλάχιστον ένα ποτό διαίτης κάθε μέρα είχαν τρεις φορές μεγαλύτερο κίνδυνο θρομβωτικού εγκεφαλικού ή άνοιας». Αυτή ήταν η πρώτη φορά που τα αναψυκτικά διαίτης συνδέθηκαν με την άνοια, κάτι που προκάλεσε έκπληξη.

Το 2018, μια μελέτη βρήκε θετική συσχέτιση μεταξύ σακχαρούχων αναψυκτικών και μειωμένης γονιμότητας. Οι γυναίκες που κατανάλωναν τουλάχιστον ένα αναψυκτικό με ζάχαρη την ημέρα είχαν 25% χαμηλότερη πιθανότητα γονιμοποίησης. Η αντίστοιχη κατανάλωση από τους άνδρες συνδέθηκε με 33% χαμηλότερη γονιμότητα. «Τα ζευγάρια που σχεδιάζουν μια εγκυμοσύνη μπορεί να εξετάσουν το ενδεχόμενο να περιορίσουν την κατανάλωση των αναψυκτικών με ζάχαρη τα οποία συνδέονται επίσης και με άλλες αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία», είπαν οι ερευνητές.

Μια άλλη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of Hepatology το 2015 βρήκε ότι η κατανάλωση δύο ανθρακούχων αναψυκτικών την ημέρα αυξάνει τον κίνδυνο για λιπαρό συκώτι - η κατάσταση αυτή θεωρείται μια από τις αιτίες για διαβήτη. Η μη αλκοολική λιπώδης νόσος (NAFLD) χαρακτηρίζεται από συσσώρευση λίπους στα ηπατικά κύτταρα που δεν σχετίζεται με την κατανάλωση αλκοόλ. Τα ζαχαρούχα ροφήματα αποτελούν σημαντική διατροφική πηγή φρουκτόζης η οποία αυξάνει τον κίνδυνο για λιπαρό συκώτι, καθώς μεταβολίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο συκώτι (η γλυκόζη μεταβολίζεται επίσης σε κάθε κύτταρο του σώματος). Οι ερευνητές είπαν ότι τα ζαχαρούχα ποτά προσφέρουν κενές θερμίδες, δηλαδή χωρίς άλλα θρεπτικά συστατικά, και άρα θα πρέπει να αποφεύγονται.

Τέλος, μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο American Journal of Public Health συνέδεσε τα σακχαρούχα αναψυκτικά με τη σμίκρυνση των τελομερών και άρα με την γρηγορότερη γήρανση των κυττάρων. «Η τακτική κατανάλωση αναψυκτικών με ζάχαρη μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη νόσων μέσω παρέμβασης στο μεταβολικό έλεγχο των σακχάρων και μέσω της επιτάχυνσης της κυτταρικής γήρανσης», ανέφερε η Ελίσα Επελ, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Σαν Φρανσίσκο. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που μια μελέτη έδειξε ότι η ζάχαρη μικραίνει τα τελομερή. Άλλες μελέτες στο παρελθόν έχουν βρει ότι το κάπνισμα, η καθιστική ζωή και το στρες μικραίνουν επίσης τα τελομερή.

Φορολογία

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνει πως υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι φόροι και οι επιδοτήσεις επηρεάζουν τη συμπεριφορά των καταναλωτών και αυτό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην καταπολέμηση των εν λόγω ασθενειών, όπως έγινε και με τα τσιγάρα.

Να σημειωθεί ότι ο φόρος που επέβαλε το 2017 ο δήμος της Φιλαδέλφειας στα αναψυκτικά που περιέχουν ζάχαρη ή άλλες γλυκαντικές ουσίες, οδήγησε σε μείωση των πωλήσεών τους κατά 38%, σύμφωνα με μια από τις πρώτες μελέτες που έγιναν για την αποτίμηση της αποτελεσματικότητας αυτών των μέτρων.

Στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι οι μεγάλες εταιρείες προσπαθούν να μειώσουν την παρουσία της ζάχαρης στα προϊόντα τους, το κράτος δεν έχει θεσπίσει "φόρο παχυσαρκίας" για τη ζάχαρη και ίσως είναι η ώρα να εξετάσει αυτό το ενδεχόμενο.

Τελευταία ενημέρωση: Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2019, 21:38