LG OLED 55CX - Review: Μονόδρομος για next-gen gaming

Πρώτη καταχώρηση: Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2021, 16:46
LG OLED 55CX - Review: Μονόδρομος για next-gen gaming


Του Παύλου Κρούστη


Πληροφορίες


Συσκευή:  LG OLED 55CX (OLED55CX6LA)


Τεχνικά Χαρακτηριστικά:


Τύπος: Τηλεόραση
Οθόνη: 4K OLED
Μέγεθος panel: 55 ίντσες
Διαστάσεις: 1228 x 738 x 251 χιλ.
Βάρος: 18,9  κιλ. / 28,6 κιλ. (συσκευασμένο)
Μέγιστη Ανάλυση / Ρυθμός Ανανέωσης: 3840 x 2160 στα 120 Hz
HDR: HLG, HDR10, Dolby Vision
Χρόνος απόκρισης (τυπικός): 0.47 ms (Γκρι σε γκρι)
Φωτεινότητα: SDR: περίπου 500 cd/m² / HDR: περίπου 800  cd/m²
Λόγος αντίθεσης (τυπικός): Άπειρος (perfect black)
Γωνίες θέασης: Τέλεια γωνία θέασης
Συνδεσιμότητα: Θύρες: HDMI 2.1 (x4 - 1x eARC) / USB: 3 (USB 2.0) / LAN / CI Splot / RF In (x2) / SPDIF (optical digital audio out) / Έξοδος ακουστικών 3.5mm / WiFi 5 (802.11ac) / Bluetooth 5.0
Ήχος: 40W (WF: 20W, 10W per Channel), 2.2 κανάλια / Υποστήριξη: Dolby Atmos / WiSA
Έξτρα Χαρακτηριστικά / Λειτουργίες: AI Home / FreeSync, G-SYNC, HDMI VRR / ALLM / Dolby Vision IQ / HGIG / FILMMAKER MODE / AI Sound Pro
Λειτουργικό Σύστημα: webOS 5.0
Google Assistant / Amazon Alexa: Δεν είναι διαθέσιμα για το μοντέλο που κυκλοφορεί Ελλάδα
Κατηγορία ενεργειακής απόδοσης: A
VESA: 300x200
 

[LG.com]


Αρχική τιμή / Χαμηλότερη τιμή: €2.499,00 / €1.289,00 (Νοέμβριος 2020 - πηγή: skroutz.gr)
 

--
 

Πρόλογος


Η αγορά της τηλεόρασης μπορεί να γίνει πραγματικά χαοτική. Υπάρχουν άπειρες τεχνολογίες, κατηγορίες τηλεοράσεων βάσει τιμής, διαφορετικές λειτουργίες κι άλλα πολλά. Παράλληλα, διανύουμε μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδο για τη συγκεκριμένη αγορά, με τους χρήστες να περνούν περισσότερο χρόνο εντός σπιτιού, και με την τηλεόραση φυσικά να παίζει σημαντικότερο ρόλο. Οι δυνατότητες διασύνδεσης μιας συσκευής είναι αυτές που την καθιστούν «έξυπνη». Συγκεκριμένα, όσον αφορά στις Smart TVs, τις ονομάζουμε έτσι συνήθως όταν έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο και σε ένα ψηφιακό κατάστημα για τη λήψη εφαρμογών.


Αν συνδυάσουμε όλα τα παραπάνω, οι αποφάσεις που καλείται να πάρει ο καταναλωτής για την αγορά μιας τηλεόρασης είναι πολλές παραπάνω απ’ ότι στο παρελθόν, που απλά μπορούσε να ρωτήσει «είναι καλή;», ενδιαφερόμενος μόνο για την ποιότητα. Παρ’ όλα αυτά, η ποιότητα παραμένει βασιλιάς και κομβικό σημείο της αγοράς, μαζί φυσικά με τον λόγο απόδοσης/τιμής, αλλά και τις προσφερόμενες λειτουργίες.


Κάπως έτσι, φτάνουμε στις τεχνολογίες της οθόνης. Χωρίς να μπούμε σε πολλές λεπτομέρειες, οφείλουμε να διευκρινίσουμε κάτι. Η τεχνολογία στις τηλεοράσεις έχει κάνει άλματα τα τελευταία χρόνια, όμως ο τρόπος απεικόνισης παραμένει ίδιος εδώ και καιρό. Κάποτε είχαμε τα μεγάλα κουτιά, που τα ονομάζαμε CRT, έπειτα ήρθαν οι Plasma και αργότερα οι LCD, οι οποίες κυριαρχούν στην αγορά αυτήν τη στιγμή. Το 2006 ήταν που η τελευταία κατηγορία πήρε τα ηνία και από τότε κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς, αφού πλέον έχουμε LCD τηλεοράσεις που καλύπτουν τεράστια γκάμα. Μερικές από τις πιο φθηνές τηλεοράσεις της αγοράς είναι LCD, ενώ υπάρχουν και ακριβότερα μοντέλα, τα οποία προσφέρουν απαράμιλλη ποιότητα. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές τους, όπως οι QLED, ULED, Mini LED και άλλες, που λειτουργούν κατά βάση με τον ίδιο τρόπο, όμως έχουν βρει λύσεις για να βελτιώνουν την τελική εικόνα, μέσω πιο πρόσφατων τεχνολογιών, όπως το quantum dot. Όλες οι παραπάνω κατηγορίες βασίζονται σε οπίσθιο φωτισμό για να λειτουργήσουν.



H νεότερη τεχνολογία που έχει αλλάξει τα δεδομένα την τελευταία δεκαετία είναι η OLED. Η ουσιαστική διαφορά της τεχνολογίας αυτής είναι ότι δεν χρειάζεται οπίσθιο φωτισμό, καθώς τα pixels του panel είναι αυτοφωτιζόμενα. Το μεγαλύτερο προτέρημα της συγκεκριμένης τεχνολογίας είναι η αντίθεση που τείνει στο άπειρο, αφού κάθε pixel μπορεί να σβήσει τελείως και να αποδώσει πραγματικό μαύρο, κάτι που στις LCD δεν υπάρχει λόγω της φύσης της τεχνολογίας. Το απόλυτο μαύρο αυτόματα λύνει πολλά από τα προβλήματα των LED τηλεοράσεων, που ψάχνουν συνεχώς λύσεις για τον οπίσθιο φωτισμό. Παράλληλα, και πάλι λόγω φύσης της τεχνολογίας, δεν έχουμε αλλοιώσεις στην εικόνα λόγω διαφορετικής γωνίας θέασης, ενώ ο χρόνος απόκρισης είναι πολλές φορές ταχύτερος. Συνεπώς, η OLED δεν αποτελεί μόνο τη νεότερη τεχνολογία τηλεοράσεων που είναι ευρέως διαθέσιμη αυτήν τη στιγμή στην αγορά, αλλά και την καλύτερη σε πολλά σενάρια χρήσης. Δεν είναι όλα ρόδινα φυσικά, καθώς θα αναφερθούμε παρακάτω σε κάποια προβλήματα, όμως τα πλεονεκτήματά της δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης.


Δεν είναι παράλογο λοιπόν που κάθε χρόνο βλέπουμε να βραβεύεται η OLED σειρά της LG από πολλαπλούς τεχνολογικούς θεσμούς σε όλο τον κόσμο ως «top τηλεόραση». Έχουμε πολλά στοιχεία που συνιστούν σε ένα πολύμορφο προϊόν, αποδίδοντας τελικά τα μέγιστα για τον καταναλωτή, είτε εστιάσουμε σε μεμονωμένο σενάριο, είτε ως σύνολο. Οι χρήσεις για μια τηλεόραση πλέον είναι άπειρες: μπορεί κάποιος να χρησιμοποιεί τηλεόραση για gaming, μπορεί να απαιτεί να διαθέτει καλό upscaling για καθαρή εικόνα γιατί έχει τεράστια συλλογή από DVD ή να παρακολουθεί τα ελληνικά κανάλια, μπορεί να χρησιμοποιεί την τηλεόραση ως monitor στο γραφείο του, μπορεί να απαιτεί πιστότητα για επαγγελματική χρήση, μπορεί να θέλει την τηλεόραση ως κεντρικό hub για το έξυπνο σπίτι του, μπορεί να θέλει να βάζει καρτούν σε εφαρμογή συνδρομητικής τηλεόρασης ή να βλέπει τα Ultra HD Blu-ray του σε πεντακάθαρο 4K με όλες τις τελευταίες τεχνολογίες σε χρώμα, πιστότητα κλπ. Η OLED σειρά της LG αποδίδει εξαιρετικά σε όλα σχεδόν τα παραπάνω σενάρια και ταυτόχρονα είναι διαθέσιμη στην αγορά σε αρκετά ανταγωνιστική τιμή, τουλάχιστον σε σχέση με άλλες OLED σειρές.



Το κομμάτι του gaming είναι εξαιρετικά σημαντικό πλέον και μία από τις συνηθέστερες χρήσεις για την TV, ενώ φυσικά μόλις κυκλοφόρησαν οι κονσόλες και οι κάρτες γραφικών νέας γενιάς που εκμεταλλεύονται τις νέες τεχνολογίες που έχει να προσφέρει μια τηλεόραση. Οι απαιτήσεις πλέον είναι τεράστιες και αν θέλει κάποιος να εκμεταλλευτεί πλήρως τις δυνατότητες του next-gen gaming, τότε απαιτείται νέα TV. Αναλύσεις έως 4Κ ταυτόχρονα με framerate στα 120 fps και HDR, αλλά και πολύ πιο φρέσκιες λειτουργίες, όπως το VRR και το ALLM έρχονται πακέτο με το πρωτόκολλο HDMI 2.1. Η νέα σειρά της LG έχει 4 τέτοιες θύρες που υποστηρίζουν αυτό το πρωτόκολλο και παρακάτω θα εξηγήσουμε γιατί είναι σημαντικά όλα αυτά. Αυτήν τη στιγμή δεν είναι πολλές οι τηλεοράσεις στην αγορά που συνδυάζουν όλα τα στοιχεία για τη νέα γενιά gaming. Για την ακρίβεια, έχουμε μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού τα μοντέλα που υποστηρίζουν όλες τις λειτουργίες, ενώ μέσα στο 2021 θα δούμε περισσότερες επιλογές.
 

Οι OLED της LG για το 2020
 

Στα χέρια μας είχαμε για μερικές εβδομάδες τη CX της LG στις 55 ίντσες. Η σειρά για το 2020 της LG OLED είναι η X (λατινικό «10») και αποτελεί διάδοχο της σειράς «9» του 2019. Η σειρά X είχε διάφορα μοντέλα, με τα πιο δημοφιλή να είναι η BX, η CX και η GX. Οι διαφορές ανάμεσα στη GX και τη CX έχουν να κάνουν κατά βάση με το γεγονός ότι η GX είναι κατασκευασμένη για να προσαρμόζεται σε επιτοίχια βάση και δεν μπορεί να σταθεί σε έπιπλο. Είναι μια τρομερά λεπτή τηλεόραση, που θυμίζει πίνακα ζωγραφικής και μπορεί να διακοσμήσει το σαλόνι σας κατά αυτόν τον τρόπο, αφού διαθέτει και ειδική λειτουργία για αυτό (όλη η σειρά διαθέτει αυτήν τη λειτουργία). Σε τεχνικό επίπεδο δεν διαφέρει με την CX. Από την άλλη, η BX είναι το οικονομικότερο μοντέλο και έρχεται με ελαφρώς λιγότερο ικανό επεξεργαστή (a7 Gen 3 έναντι του α9 Gen 3 της CX) και χαμηλότερες τιμές μέγιστης φωτεινότητας. Οι διαφορές για τον μέσο χρήστη είναι πολύ μικρές όμως. Τα παραπάνω μοντέλα έρχονται σε 55, 65 και 77 ίντσες, ενώ για πρώτη φορά η LG κυκλοφόρησε OLED μοντέλο και στις 48 ίντσες με τη CX.
 

Σχεδιασμός


Ακολουθώντας τα χνάρια της περσινής σειράς, η CX έρχεται με την ίδια βάση που είχαμε δει και στη C9. Είναι απίστευτα λεπτή από τη μέση και πάνω και κρατά το κουτί με τα I/O από τη μέση και κάτω με θύρες στα πλάγια και στο πίσω μέρος.


Η επιτραπέζια βάση της είναι ιδιαίτερα στιβαρή, αν και ίσως ο σχεδιασμός της μπερδεύει κάπως στο στήσιμο, με τις οδηγίες να μην βοηθούν ιδιαίτερα. Παρ’ όλα αυτά, η συναρμολόγηση είναι σχετικά εύκολη με δυο επιμέρους κομμάτια και δεν παίρνει πάνω από 10-20 λεπτά. Θα θέλαμε να δούμε διαφορετικό σχεδιασμό φέτος, όμως η LG έχει φροντίσει αυτό το κομμάτι, με την GX, που αποτελεί την “Gallery” έκδοση, η οποία κολλάει στον τοίχο και μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής.



Οι ασημί σιδερένιες επιφάνειες της CX στο πίσω μέρος δίνουν μια premium αισθητική και η οθόνη είναι πολύ κοντά στη βάση της, κάτι που θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους οι χρήστες, που σκοπεύουν να τη συνοδεύσουν με κάποια soundbar. Η CX ακολουθεί πιο παραδοσιακό μονοπάτι και παρόλο που δεν εντυπωσιάζει με τον σχεδιασμό της όπως η GX, σίγουρα αποτελεί μια αρκετά καλαίσθητη συσκευή που θα κοσμεί το σαλόνι του κάθε χρήστη. Το εξαιρετικά μικρό πλαίσιο οθόνης και το πολύ μικρό πάχος στο επάνω μέρος, ένα προσόν της OLED τεχνολογίας, είναι αυτά που εντυπωσιάζουν.


Εμπειρία χρήσης (UX / UI)
 

Για αρχή, η CX έρχεται με το Magic Remote της LG. Πρόκειται για ένα τηλεχειριστήριο που χρησιμοποιεί η LG στα premium μοντέλα της και στα ειδικά χαρακτηριστικά του περιλαμβάνει μικρόφωνο για αναγνώριση φωνής, που χρησιμοποιεί τις έξυπνες λειτουργίες, με αρκετά καλό εντοπισμό «ελληνικής προφοράς». Διαθέτει dedicated κουμπιά για τις εφαρμογές Netflix και Amazon Prime Video, ενώ ανάμεσα σε άλλες λειτουργίες, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και με motion controls ως «κέρσορας» (ποντικιού) με πολύ καλή ακρίβεια μάλιστα. Φυσικά, μπορείτε να συνδέσετε αν θέλετε ποντίκι και πληκτρολόγιο μέσω Bluetooth, αν σας εξυπηρετεί καλύτερα. Ο browser που έρχεται με τη συγκεκριμένη έκδοση του λογισμικού της LG, λειτουργεί αρκετά καλά και άμεσα με οποιοδήποτε input.



Μιλώντας για το λογισμικό, η CX έρχεται με προεγκατεστημένο το webOS 5.0. Η συγκεκριμένη έκδοση έχει ανασχεδιασμένο περιβάλλον, αρκετά βελτιωμένο και χρηστικό. Έχει μερικές διαφημίσεις που μπορεί να μην σας ενδιαφέρουν, αλλά δεν γίνονται παρεμβατικές.


Η βασική μπάρα με τις εφαρμογές πλέον έχει preview για τα apps που προσφέρουν κάτι τέτοιο (AI Preview). Για παράδειγμα, απλά κάνοντας hover τον κέρσορα πάνω από το Netflix, θα δείτε να ξετυλίγεται μια νέα σειρά από πάνω ακριβώς από την ήδη υπάρχουσα μπάρα, όπου θα σας εμφανίζει προτεινόμενα βίντεο. Το ίδιο ισχύει και με το YouTube, κάτι που διευκολύνει πολύ τη χρήση. Επίσης πλέον υπάρχει η δυνατότητα να προσθέσετε και content από αυτές τις εφαρμογές ανάμεσα στα εικονίδια.



Το webOS της LG χαίρει μεγάλης υποστήριξης από συνεργάτες της εταιρείας και έτσι σχεδόν κάθε εφαρμογή που κυκλοφορεί για λογισμικό τηλεόρασης, έρχεται και στο webOS. Λαμπρό παράδειγμα είναι η εγγενής εφαρμογή της COSMOTE TV, που πλέον σας επιτρέπει να κάνετε έναρξη, όπως κάνετε στο Netflix, αφού δεν χρειάζεται εξωτερικό κουτί ή σύνδεση με κινητό, ενώ έχουμε και άλλες δημοφιλείς εφαρμογές streaming, όπως το Apple TV+  και το Disney Plus, το οποίο παρότι δεν είναι διαθέσιμο ακόμη στην Ελλάδα και δεν υπάρχει στο ελληνικό LG Content Store, είμαστε σίγουροι ότι όταν έρθει η υπηρεσία στη χώρα μας, θα γίνει άμεσα διαθέσιμο και για τις τηλεοράσεις της LG.


Επίσης σημαντικό είναι ότι η LG CX υποστηρίζει το AirPlay 2 της Apple, το οποίο επιτρέπει συνδεσιμότητα με τις MacOS και iOS συσκευές της εταιρείας. Μια ακόμα έξυπνη λειτουργία που έχει προσθέσει φέτος η LG είναι η δυνατότητα να λαμβάνετε ενημερώσεις για τους αγώνες της ομάδας σας. Δεν δοκιμάσαμε το χαρακτηριστικό αν λειτουργεί με ελληνικές ομάδες, όμως καταχωρώντας την αθλητική ομάδα που σας ενδιαφέρει, μπορεί να σας ενημερώνει η τηλεόραση για επικείμενους αγώνες της και πού μπορείτε να τους παρακολουθήσετε.


Κομβικό κομμάτι του νέου λογισμικού είναι το ανανεωμένο Home, το hub για τη συνδεσιμότητα με τις υπόλοιπες έξυπνες συσκευές του σπιτιού σας. Η LG έχει ενσωματώσει αρκετές λειτουργίες σε ένα απλό σχετικά γραφικό περιβάλλον, που βοηθά στον προγραμματισμό ρουτίνας και στη σύνδεση με άλλες συσκευές, ενώ υπάρχουν και αρκετές δυνατότητες παραμετροποίησης.



Τέλος, υπάρχει φυσικά η εφαρμογή για κινητά της LG, ThinQ, μέσω της οποίας μπορείτε να κάνετε τα πάντα σχεδόν και λειτουργεί επίσης ως κέντρο για το smart home. Η εφαρμογή αυτή αντικατέστησε την LG TV Plus, που χρησιμοποιούσε ως τώρα η LG αποκλειστικά για τη διαχείριση της τηλεόρασης.


Η κινηματογραφική εμπειρία


Για να μιλήσουμε για τις λειτουργίες, τις επιδόσεις και τα έξτρα χαρακτηριστικά της τηλεόρασης, θα βοηθήσει ο διαχωρισμός του παρόντος review σε «κινηματογραφική εμπειρία» και «gaming εμπειρία». Για αρχή να πούμε πως η LG CX είναι μία από τις ελάχιστες τηλεοράσεις της αγοράς αυτήν τη στιγμή που διαθέτουν τα πλέον πρόσφατα και σύγχρονα χαρακτηριστικά και λειτουργίες, που βοηθούν όχι μόνο τον τελικό χρήστη να απολαύσει το περιεχόμενο, αλλά και τους δημιουργούς περιεχομένου να μεταφέρουν στον χρήστη το υλικό με τον τρόπο που θέλουν, διατηρώντας την πιστότητα.


Για αρχή έχουμε 4Κ panel, που είναι το πλέον διαδεδομένο στάνταρ πλέον για την ανάλυση σε παντός τύπου περιεχόμενο. Ακόμη και η ελληνική τηλεόραση έχει πλέον -έστω και συνδρομητικά μέσω της COSMOTE TV- κανάλια που προβάλλουν σε 4K, ενώ οι ταινίες και οι σειρές έχουν τα Ultra HD Blu-ray σε 4Κ, οι video streaming υπηρεσίες χρησιμοποιούν το 4Κ ως βέλτιστη ανάλυση, με τις ταχύτητες ίντερνετ να συνοδεύουν αντίστοιχη ποιότητα και γενικότερα το 4Κ είναι η καθιερωμένη ανάλυση. Για όσους ανησυχούν ότι θα ξεπεραστεί σύντομα, να αναφέρουμε ότι οι αλλαγές αυτές έρχονται με πολύ αργό ρυθμό. Σε 8Κ ακόμη δεν υπάρχει περιεχόμενο, πέρα από μεμονωμένα βίντεο για test στο YouTube κατά κύριο λόγο. Το περιεχόμενο καθορίζει πάντα την τάση, άσχετα αν οι κατασκευάστριες εταιρείες προσπαθούν να βάλουν «με το ζόρι» ήδη 8Κ πάνελ στην αγορά. Έχουμε κάποια χρόνια ακόμη μέχρι αυτά τα πάνελ να δείξουν εγγενές περιεχόμενο, καθώς η βασική τους χρησιμότητα είναι το upscaling αυτήν τη στιγμή. Επιπρόσθετα, το μέγεθος της οθόνης φυσικά παίζει ρόλο και ίσως δεν αξίζει να επενδύσει κάποιος σε τηλεόραση 8Κ κάτω των 65 ιντσών, καθώς η διαφορά στην ανάλυση σε σχέση με 4Κ θα είναι δυσδιάκριτη με γυμνό μάτι. Πρόκειται για ένα τεράστιο θέμα, του οποίου η περίληψη όμως είναι η εξής: για όσους ψάχνουν hi-end, για αρκετά χρόνια ακόμη θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν τα 4K panels στις έρευνές τους.


Στο επίπεδο της ποιότητας εικόνας πρέπει να προσθέσουμε τα προτερήματα των OLED τηλεοράσεων που είναι η τέλεια αντίθεση, οι άψογες γωνίες θέασης και φυσικά η απόκριση που είναι κάτω από 1 ms (grey to grey), η οποία δεν βοηθά μόνο στο gaming, αλλά στην καθαρότητα της εικόνας, καθώς αποφεύγεται το motion blur, που έχουμε στις LCD οθόνες, αλλά και το halo/clouding χάρη στα self-lit pixels.



Φτάνουμε έτσι στο πρώτο -κατά κοινή ομολογία- μειονέκτημα των OLED: τη μέγιστη φωτεινότητα, το οποίο όμως πρέπει να το βάλουμε πρώτα σε κάποιο πλαίσιο για να το εξηγήσουμε. Οι LCD τηλεοράσεις έχουν τη δυνατότητα να φτάνουν υψηλότερες τιμές peak brightness χάρη στον οπίσθιο φωτισμό. Αυτό δεν υφίσταται στις OLED, οι οποίες όπως αναφέραμε εξαρτώνται από το φως των ίδιων των pixels. Η σωστή απόδοση του HDR εξαρτάται από τη μέγιστη φωτεινότητα. Όσο χαμηλότερη έχει μια τηλεόραση, τόσο… λιγότερο πραγματικό μπορεί να είναι το HDR της. H CX φτάνει σε πραγματικές μετρήσεις κοντά στα 800 nits, το οποίο βάσει των στάνταρ της εποχής είναι σχετικά χαμηλό. Από την άλλη όμως, το HDR της CX είναι εξαιρετικό και αυτό είναι εφικτό γιατί τα 800 nits είναι αρκετά. Για την ακρίβεια, με τη σωστή διαχείριση, μπορούμε να δούμε πολύ καλό αποτέλεσμα σε HDR ακόμα κι από τα 600 nits, ενώ πολλές επιλογές, ακόμα και σε LCD, δεν φτάνουν τέτοιες τιμές, με αποτέλεσμα να μην έχουν πραγματικό HDR. Πρόκειται για ένα από τα βασικότερα σημεία, στα οποία έχει αποτύχει το marketing των τηλεοράσεων, καθώς ο χρήστης δεν έχει τρόπο να διακρίνει το «σωστό HDR», από το «ψεύτικο». Υπάρχουν κάποια στάνταρ, όπως το Ultra HD Premium, το οποίο δηλώνει κάτι τέτοιο, όμως ο καταναλωτής είναι καταδικασμένος να χαθεί ανάμεσα στις ορολογίες.


Ακόμα πιο συγκεκριμένα, το HDR της CX είναι εξαιρετικό σε όλες τις λειτουργίες. Στις ταινίες σας θα δείτε κυρίως HDR10 και Dolby Vision κι ενώ η CX δεν υποστηρίζει τον «ανταγωνιστή» του Dolby Vision, το HDR10+, αυτό δεν ενοχλεί κανέναν, καθώς το Dolby Vision είναι το στάνταρ που χρησιμοποιεί και το Netflix και οι υπόλοιπες streaming υπηρεσίες, ενώ στις ταινίες που θα βρείτε σε δισκάκι, πιθανώς θα υποστηρίζονται και τα δύο πρωτόκολλα. Παράλληλα, η CX υποστηρίζει και HLG που είναι το HDR των καναλιών της τηλεόρασης. Φέτος, έχουμε τη νέα λειτουργία Dolby Vision IQ, που πέρα από τα metadata του DV που ρυθμίζουν την πληροφορία του κάθε frame, έχουμε το “IQ”, που λαμβάνει υπόψη του το φως του δωματίου στο οποίο είναι ο χρήστης μέσω των αισθητήρων της τηλεόρασης και ρυθμίζει ένα από τα σημαντικά θέματα που είχαν οι χρήστες ως τώρα με το Dolby Vision: τα πολύ σκοτεινά πλάνα. Πλέον, ρυθμίζονται τα επίπεδα και βάσει αυτού, ώστε να έχετε την εικόνα που πρέπει, ανεξαρτήτως εξωτερικού φωτισμού. Ακόμη μια λειτουργία που υπάρχει από τη σειρά 8, είναι το Dynamic Tone Mapping. Σε περίπτωση που το HDR δεν φτάνει την επιθυμητή φωτεινότητα, αναλόγως πλάνου, το Dynamic Tone Mapping στην ουσία θα φωτίσει κυρίως τα midpoints ή τα φωτεινά σημεία για να δώσει ευκρινή εικόνα στον θεατή. Πρόκειται για μία από τις παρεμβατικές λειτουργίες, που γενικά δεν τις προτείνουμε, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση, είχαμε βελτιωμένα αποτελέσματα σε ποικιλία σεναρίων.


Συνδυάζοντας τα παραπάνω, αλλά και τις λειτουργίες εικόνας της CX, έχουμε εκπληκτική πιστότητα στα περισσότερα modes και ιδανική εικόνα, μετά από ρύθμιση. Τα χρώματα είναι πλούσια και η CX αποδίδει με εικόνα που σοκάρει. Η κινηματογραφική εμπειρία πάει σε άλλο επίπεδο, με απόλυτα μαύρα, «γεμάτα» χρώματα και διαχείριση κίνησης με όλες τις τελευταίες τεχνολογίες. Τα 24 fps των ταινιών αποδίδονται άψογα με τη λειτουργία real cinema, χωρίς περιττά frames, ενώ στα φετινά μοντέλα, έχουμε κάτι ακόμα καλύτερο για την απόλυτα πιστή κινηματογραφική εμπειρία: το Filmmaker Mode. Πρόκειται για μια λειτουργία που θα βρείτε και σε άλλες πρόσφατες τηλεοράσεις, καθώς είναι αποτέλεσμα συνεργασίας της βιομηχανίας του κινηματογράφου και των κατασκευαστών. Στην ουσία, είναι ένα mode που απενεργοποιεί όλες τις επιπρόσθετες λειτουργίες που αλλοιώνουν την εικόνα (post-processing) και σας επιτρέπει να δείτε το αποτέλεσμα, όπως ακριβώς προοριζόταν από τον δημιουργό. Το συγκεκριμένο mode είναι πολύ κοντά στο ήδη υπάρχον cinema mode, που θα βρείτε στο μενού της εικόνας, όμως διασφαλίζει την πιστότητα, χωρίς να χρειάζεται ο χρήστης να πειράξει πολλές επιλογές.



Για τους χρήστες που επιθυμούν να προβάλλουν περιεχόμενο παλαιότερης γενιάς, είτε αυτό είναι μέσω streaming με χαμηλότερες αναλύσεις ή DVD και Blu-ray, η CX έχει άψογες τεχνολογίες για το upscaling και το καθάρισμα της εικόνας. Μάλιστα, υπάρχει για πρώτη φορά τεχνητή νοημοσύνη που κάνει αυτήν τη δουλειά, το AI ThinQ μέσω του νέου επεξεργαστή α9 3ης γενιάς, και οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να την απενεργοποιήσει ο χρήστης, όμως δεν το προτείνουμε. Εξαλείφει θόρυβο και καθαρίζει την εικόνα αναλόγως περιεχομένου και κάνει πραγματικά εξαιρετική δουλειά σε όλα τα σενάρια χρήσης.


Στα του ήχου, η LG CX φέτος δεν υποστηρίζει DTS:X, όμως υποστηρίζει Dolby Atmos, ενώ διαθέτει και μπόλικες έξυπνες λειτουργίες για τη διαχείριση του ήχου. Διαθέτει ποιοτικούς codecs για ασύρματη αναπαραγωγή, σε περίπτωση που συνδέσετε κάποιο ηχείο, μέσω Bluetooth, ενώ μπορείτε να κάνετε ένα πολύ τυπικό surround σύστημα με τα ηχεία της τηλεόρασης και ακόμα δυο συμβατά ηχεία της LG, σε περίπτωση που δεν θέλετε να πάτε σε πιο ακριβή λύση. Ουσιώδης είναι επίσης η θύρα eARC, που είναι ένα από τα στάνταρ χαρακτηριστικά του HDMI 2.1, το οποίο φέρνει ακόμη πιο σημαντικά χαρακτηριστικά για το gaming, όπως θα δούμε παρακάτω. Όσον αφορά στα ηχεία της ίδιας της τηλεόρασης, είναι αρκετά πιο καθαρά σε σχέση με τα προηγούμενα μοντέλα, ενώ υπάρχουν και λειτουργίες που δημιουργούν ψευδο-surround, όμως η αξία έρχεται με όλες τις επιπρόσθετες λειτουργίες, που αναφέραμε, οι οποίες αν συνδυαστούν με κατάλληλο ηχοσύστημα, δίνουν τον καλύτερο ψηφιακό ήχο που υπάρχει στη βιομηχανία σήμερα.


Η εμπειρία gaming


Δεν είναι παράλογο που οι gaming επιδόσεις της CX τραβούν τα βλέμματα φέτος. Οι κονσόλες νέας γενιάς, αλλά και οι νέες κάρτες γραφικών πλέον έχουν εξόδους HDMI 2.1, το οποίο είναι υπεύθυνο κατά βάση για τα όσα θα συζητήσουμε παρακάτω. Από τις τηλεοράσεις που είναι διαθέσιμες στην αγορά αυτήν τη στιγμή, μόνο ελάχιστες έχουν πλήρη υποστήριξη για όλα τα χαρακτηριστικά αυτά και το timing της LG είναι ιδανικό, καθώς αν κάποιος θέλει να συνοδεύσει τη νέα του κονσόλα με τηλεόραση, τότε η CX είναι μονόδρομος.


Ο βασικός λόγος είναι το bandwidth του HDMI 2.1. Η LG CX επιτρέπει ροή δεδομένων που φτάνουν τα 40 Gbps για αρχή. Αυτό επιτρέπει μεταφορά εικόνας που φτάνει αναλύσεις 4Κ στα 120. Τα 40 Gbps μπορούν να χρησιμοποιηθούν όμως για να δούμε επιτέλους Dolby Vision στα παιχνίδια, κάτι που θα γίνει φέτος, μέσω του Xbox νέας γενιάς και παράλληλα υψηλές αναλύσεις και framerates. Συγκεκριμένα, μπορούμε να έχουμε ταυτόχρονα 4K, 120 Hz, HDR (10-bit color) και 4:4:4 chroma sub-sampling (απαιτείται να έχετε ως εικονίδιο πηγής το PC, ακόμα κι αν έχετε κονσόλα).



Τα παιχνίδια σε PC φυσικά πάντα μπορούσαν (αναλόγως hardware) να φτάσουν πολύ υψηλές τιμές στα fps. Πλέον και οι κονσόλες όμως έχουν πάνω από μια δεκάδα τίτλων ήδη που μπορούν να παίξουν στα 120 fps. Κι ενώ τα 120 fps χρειάζονται απλά ένα panel στα 120 Hz, ο συνδυασμός 4K και 120 fps είναι αυτός που απαιτεί HDMI 2.1. Παιχνίδια με γρήγορη δράση απαιτούν γρήγορα αντανακλαστικά. Και ο διπλασιασμός των Hz της οθόνης σημαίνει ότι ο χρόνος απόκρισης πέφτει στο μισό. Με λίγα λόγια, στα 120 Hz βλέπουμε διαφορετικό frame κάθε 8 ms έναντι των 16 ms στα 60 Hz. Αυτόματα λοιπόν, σε ένα multiplayer παιχνίδι, για παράδειγμα, έχουμε δει πιο γρήγορα την κίνηση του αντιπάλου. Το όφελος λοιπόν είναι σε πρωτογενές επίπεδο για την εμπειρία.


Τα 120 Hz έρχονται να συνδυαστούν με το VRR και το ALLM. Το VRR (variable refresh rate) το γνωρίζουν ήδη οι χρήστες PC. Επιτρέπει στην οθόνη να «συνεννοηθεί» με την κάρτα γραφικών ή την κονσόλα, ώστε να εμφανίζει όσα frames μπορεί να δώσει το hardware. Άρα έχουμε τόσα Hz, όσα και frames, αναλόγως βέβαια του εύρους του VRR. Συγκεκριμένα, η CX έχει VRR από 40 Hz έως 120 Hz σε 4Κ. Το πρώτο σημαντικό θέμα με το VRR είναι ότι εξαλείφει το tearing. Πλέον δεν έχουμε frames που μπλέκονται μεταξύ τους και η κίνηση φαίνεται ακόμη πιο ομαλή. Αυτό συμβαίνει κυρίως στα παιχνίδια που έχουν μεταβαλλόμενο framerate και παράλληλα δεν έχουν v-sync.


Το VRR έρχεται σε 3 μορφές: FreeSync, G-SYNC και HDMI VRR. Η κάθε μία μορφή απαιτεί από την οθόνη να είναι συμβατή συγκεκριμένα με αυτήν. Η CX είναι συμβατή και με τις τρεις. Το FreeSync ήταν διαθέσιμο για κάρτες γραφικών της AMD, αλλά και τα Xbox από την προηγούμενη γενιά. Τo G-SYNC είναι για τις κάρτες γραφικών της NVIDIA και τέλος το HDMI VRR είναι το VRR που πιθανώς θα επικρατήσει, αφού χρησιμοποιείται έτσι κι αλλιώς ως στάνταρ στο HDMI 2.1. Αυτήν τη στιγμή, πέρα από τις κάρτες γραφικών, μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποιος σε Xbox με την CX τόσο FreeSync, όσο και το VRR του HDMI. Μπορεί να ενεργοποιηθεί από την κονσόλα και προτείνεται να απενεργοποιήσετε το FreeSync της LG, για πιο απλή χρήση.



Το Xbox υποστηρίζει και ALLM (auto low latency mode). Το ALLM στην ουσία φέρνει τo input lag στο βέλτιστο δυνατό και τα αποτελέσματα είναι απίστευτη αμεσότητα στον χειρισμό. Για την ακρίβεια, το ALLM ενεργοποιείται μόνο εάν είναι ενεργοποιημένο και το VRR, αφού χρησιμοποιεί τον συγχρονισμό των frames/hertz για να καλύψει τον χρόνο του input lag, με την ελάχιστη δυνατή καθυστέρηση, ανά frame πλέον. Όλα αυτά είναι διαθέσιμα στο game mode της τηλεόρασης, το οποίο απενεργοποιεί όλες τις τεχνητές βελτιώσεις της εικόνας για την ταχύτερη απόδοση. Φτάνουμε έτσι σε ένα από τα πιο σημαντικά σημεία για τις gaming δυνατότητες της CX: έχουμε το ελάχιστο input lag, στα 13.5 ms για 4Κ60 και 6.7 ms σε 4Κ120. Οι τιμές για τηλεόραση είναι πραγματικά εξαιρετικές και το μόνο που έχει να κάνει ο χρήστης για να τις απολαύσει είναι να ενεργοποιήσει την «άμεση ανταπόκριση παιχνιδιού», όπως ονομάζεται, καθώς δεν ενεργοποιείται αυτόματα.


Δυστυχώς, το PlayStation 5 αυτήν τη στιγμή δεν υποστηρίζει VRR και ALLM (ούτε 8K αναλύσεις), καθώς αυτά θα έρθουν αργότερα με update, όπως έχει δηλώσει η εταιρεία. Αυτό δεν εμποδίζει τους χρήστες των κονσολών αυτών να επωφεληθούν ήδη από το πολύ χαμηλό lag. Από την άλλη, ένα παιχνίδι, όπως το Assassin’s Creed Valhalla, που είναι από τους πρώτους και πιο δημοφιλείς τίτλους νέας γενιάς, δείχνει ακριβώς πώς επωφελείται ο χρήστης από το VRR, εξαλείφοντας το tearing που εμφανίζεται, αν δεν έχουμε ενεργοποιημένη τη λειτουργία. Με λίγα λόγια, ήρθε η ώρα επιτέλους, που βλέπουμε τις τηλεοράσεις να «διορθώνουν» τα μικρο-προβλήματα των παιχνιδιών στις κονσόλες με ουσιαστικό τρόπο.


Τέλος, έχουμε ακόμη μια λειτουργία που αποδίδει τη βέλτιστη εικόνα. Αναφέραμε παραπάνω το Dynamic Tone Mapping, το οποίο έχει εφαρμογή και στο gaming. Η LG CX όμως υποστηρίζει και το HGIG (HDR του Gaming Interest Group). Πρόκειται για τη λειτουργία HDR για το gaming, ακριβώς όπως θέλουν να την προσφέρουν οι δημιουργοί. Συγκεκριμένα, για τα παιχνίδια που υποστηρίζουν HGIG, τα οποία ομολογουμένως είναι λίγα αυτήν τη στιγμή, το tone mapping της εικόνας είναι ακριβώς όπως το έχει φανταστεί ο δημιουργός. Κάτι αντίστοιχο με το filmmaker mode, αλλά για το HDR του gaming.


Με όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά και φυσικά την απαράμιλλη ποιότητα εικόνας, δεν υπάρχει αυτήν τη στιγμή κάτι καλύτερο στην αγορά της τηλεόρασης για να συνοδεύσει κάποιος το next-gen gaming. Ακόμη και πιο ακριβά μοντέλα τηλεοράσεων που θεωρητικά μπορεί να έχουν καλύτερα χαρακτηριστικά, δεν έχουν όλες τις λειτουργίες που διαθέτει η υπερπλήρης CX.


Λίγα λόγια για το περιβόητο “burn-in”


Οι OLED τηλεοράσεις εκ φύσεως είναι ευάλωτες στο λεγόμενο “burn-in”. Πρόκειται για μια «πάθηση» της οθόνης που μπορεί να αλλοιώσει το περιεχόμενο, αφού το panel θα διατηρήσει τη «σκιά» κάποιας προηγούμενης εικόνας, το οποίο αποκαλείται image retention. Οι πρώτες γενιές των OLED ήταν σχετικά απροστάτευτες ως προς το συγκεκριμένο πρόβλημα. Εδώ και αρκετά χρόνια όμως, τα προβλήματα αυτά έχουν εξαλειφθεί. Τουλάχιστον εδώ και 3-4 χρόνια πλέον, οι σειρές OLED της LG περιλαμβάνουν λειτουργίες για την καταπολέμηση του burn-in, που είναι μάλιστα ιδιαίτερα αποδοτικές.


Για αρχή έχουμε την ανανέωση ρυθμού pixel, αλλά και τη μετακίνηση οθόνης, δύο λειτουργίες, που είναι αυτόματα ενεργοποιημένες στις OLED της LG και συνιστούμε ξεκάθαρα να μην τις απενεργοποιήσετε. Παράλληλα, έχουμε πλέον και επιλογή για αλλαγή της φωτεινότητας των logo, που λειτουργεί ως επιπρόσθετο μέτρο και φυσικά το screensaver, που επίσης προτείνεται να μην απενεργοποιήσετε. Αυτά τα μέτρα είναι αρκετά για να αποτρέψουν οποιοδήποτε ζήτημα image retention με «λογική» χρήση.


Είναι γνωστό ότι το burn-in δεν καλύπτεται από την εγγύηση και ο λόγος είναι απλός: ο χρήστης μπορεί να απενεργοποιήσει τις προστασίες και να προβάλλει μια στατική και έντονη εικόνα στην οθόνη, αφήνοντάς την ανοιχτή. Αυτό προφανώς θα προκαλέσει πρόβλημα και δεν αποτελεί ευθύνη του κατασκευαστή.


Επιπρόσθετα, μπορείτε να βρείτε στο διαδίκτυο πολλά tests που έχουν γίνει από εξειδικευμένα και έγκριτα Μέσα σε πραγματικές συνθήκες, όπου χρησιμοποιούνται καθημερινά OLED τηλεοράσεις για πολλές ώρες εδώ και… χρόνια. Τα αποτελέσματα σε αυτά τα tests ποικίλουν, όμως γενικά μπορεί κανείς να συμπεράνει ασφαλώς ότι το burn-in δεν αποτελεί πλέον ουσιαστικό πρόβλημα. Η μόνη περίπτωση που θα προτείναμε σε κάποιον να δώσει παραπάνω προσοχή είναι στην περίπτωση που χρησιμοποιήσει OLED ως PC monitor. Εκεί θα πρέπει να λάβει κάποια έξτρα μέτρα, όπως ένα screensaver που είναι απαραίτητο, την εναλλαγή στην τοποθεσία της toolbar, αλλά και να μην βάλει κάτι έντονο για φόντο, όμως και πάλι η χρήση θα είναι απροβλημάτιστη.



Συμπέρασμα
 

Η LG για μία ακόμη χρονιά κλέβει την παράσταση με την OLED σειρά της που αποδεικνύεται ιδανική σε κάθε σενάριο. Η κινηματογραφική εμπειρία είναι αξεπέραστη με καταπληκτική εικόνα, αλλά και το νέο Filmmaker Mode, ενώ για gaming αποτελεί μονόδρομο, καθώς το timing είναι τέλειο και η LG είναι καλύτερα προετοιμασμένη από οποιαδήποτε άλλη εταιρεία για τις νέες κονσόλες και κάρτες γραφικών.


Οποιαδήποτε χρονιά θα προτείναμε τις OLED της LG. Ειδικά φέτος και ακόμα ειδικότερα αν σας αφορά το gaming, η CX είναι μονόδρομος.


Βαθμολογία:  9/10
 

Η συσκευή μάς παραχωρήθηκε για τις ανάγκες του review.

 

 

Τελευταία ενημέρωση: Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2021, 16:46