Final Fantasy VII Remake - Review: Όχι όπως το θυμόμαστε, αλλά όπως το ονειρευόμασταν

Πρώτη καταχώρηση: Τρίτη, 14 Απριλίου 2020, 17:30
Final Fantasy VII Remake - Review:  Όχι όπως το θυμόμαστε, αλλά όπως το ονειρευόμασταν

Του Βασίλη Τατσιόπουλου


Πληροφορίες‌

Τίτλος:‌ Final Fantasy VII Remake
Διαθέσιμο‌ ‌σε:‌ PlayStation 4
Δοκιμάστηκε‌ ‌σε:‌ PlayStation 4 ‌
Εταιρεία‌ ‌Ανάπτυξης:‌ Square Enix
Εκδότρια‌ ‌Εταιρεία:‌ Square Enix
Είδος:‌ Action role-playing
Ηλικίες:‌ ‌‌16+‌ ‌
Ημ/νία‌ ‌Κυκλοφορίας:‌ 10 Απριλίου 2020

 

 

 

Υπάρχουν μερικά έργα που το στίγμα τους είναι τόσο έντονο ώστε ο χρόνος δεν μπορεί να το ξεθωριάσει. Κάποιες δημιουργίες έχουν καθορίσει ολόκληρες δεκαετίες, έχουν στοιχειώσει εκατομμύρια ανθρώπους και έχουν συμβάλει στην εξέλιξη του ίδιου τους του μέσου, αλλά και του κοινού τους.


Το Final Fantasy VII είναι ένα από αυτά τα έργα. Ο χρόνος δεν το άφησε ανεπηρέαστο, όμως δεν κατάφερε να αλλοιώσει τον μύθο του που με τον καιρό πήρε ακόμα πιο έντονες διαστάσεις. Ποτέ δεν σταμάτησε η δίψα για μια επιστροφή σε αυτόν τον κόσμο, για μια πραγματική επιστροφή, με όλα εκεί που πρέπει και όπως αρμόζουν, την οποία φιλοδοξεί να μας δώσει η Square Enix με το Remake του εμβληματικού τίτλου.





Έχουμε ήδη πάρει μία γεύση με το demo, αλλά, πιστέψτε με, δεν είναι το ίδιο. Το demo δεν μπορεί να σε προετοιμάσει για τον χείμαρρο συναισθημάτων που προκαλεί το Remake, αν έχεις αγαπήσει το πρωτότυπο ιδίως. Εμένα, κατάφερε να με λυγίσει πριν καν αρχίσει, με τη μουσική στο μενού και την εικόνα του σπαθιού του Cloud, όπως και τότε. Φυσικά, τέτοιου είδους αντιδράσεις είναι αναμενόμενες και είναι εύκολο να προκληθούν, όμως δεν αρκούν για να χαρακτηριστεί το Remake ως επιτυχία.
 

Κοιτώντας σήμερα το πρωτότυπο, βλέπουμε πως έχει ελλείψεις, κυρίως στο σενάριο. Όχι ότι η ιστορία του δεν είναι ενδιαφέρουσα -κάθε άλλο μάλιστα. Ωστόσο, η αφήγηση, σε συνδυασμό με τη συνεχή προσφυγή σε μανιέρες που πέφτουν συχνά σε προβληματικές, στερεοτυπικές απεικονίσεις χαρακτήρων, αλλά και η μετάφραση από τα ιαπωνικά, πλήττουν την κατά τ’ άλλα αξιοσημείωτη πλοκή.



 




Ευτυχώς, το Remake προσπαθεί να διορθώσει τα ατοπήματα και τους αναχρονισμούς, κινούμενο πάντοτε με τεράστια προσοχή και αγάπη, αλλά και άφθονη τόλμη. Γιατί, το να αλλάξεις ένα τέτοιο έργο είναι ριψοκίνδυνη επιλογή. Δεν είναι εύκολο, ως δημιουργός, να παίζεις έτσι με τη συλλογική μνήμη.
 

Το ότι το πρώτο κομμάτι του Remake (άγνωστο πότε θα δούμε τη συνέχεια) εκτυλίσσεται εξολοκλήρου στη Midgar, που αποτελούσε τις πέντε περίπου αρχικές ώρες του πρωτότυπου, δίχασε τον κόσμο αμέσως. Κάποιοι μιλούσαν για σωστή επιλογή, ενώ άλλοι για κόλπο μάρκετινγκ. Ε, λοιπόν, οι πρώτοι έχουν δίκιο. Η σύντομη ενασχόληση με ένα τόσο ενδιαφέρον αφηγηματικό πλαίσιο είναι μία από τις πιο σημαντικές ελλείψεις του original. Η Midgar και οι κάτοικοί της, καλοί, κακοί, πρωταγωνιστές και κομπάρσοι, είχαν πολλά να δώσουν και δεν πρόλαβαν.



Για όσους δεν ξέρουν, πρόκειται για μία πόλη με μοναδική, σκοτεινή cyberpunk αισθητική, ένα τεράστιο μεταλλικό πιάτο να χωρίζει τους πολίτες με βάση την κοινωνική/οικονομική τους τάξη και να  κρύβει τον ουρανό από τον φτωχότερο πληθυσμό που ζει στο κάτω μέρος. Είναι ένα υπόβαθρο που δεν έπρεπε να μείνει ανεκμετάλλευτο.
 

Στο Remake, η Midgar είναι φανταστική. Το 1997 βλέπαμε μερικά, μικρά τμήματά της και τα υπόλοιπα τα γεμίζαμε με τη φαντασία μας. Όχι πια όμως, γιατί πλέον είναι μια ολοκληρωμένη, ζωντανή, ζοφερή πόλη, εκθαμβωτική με έναν ψυχρό και ανατριχιαστικό τρόπο.
 

Η αλλαγή της κάμερας, ώστε πλέον να βρίσκεται πίσω από την πλάτη του Cloud, ανοίγει το τοπίο και μπορούμε να κοιτάξουμε προς τα πάνω, προς τον ουρανό, για να δούμε το καταπιεστικό ατσάλινο πιάτο να κρύβει τα σύννεφα και τον ήλιο. Το θέαμα είναι μαγευτικό και στήνει έναν καμβά, αισθητικό και αφηγηματικό, που μόνο να φανταστούμε μπορούσαμε ως τώρα.



 




Μεγάλη βοήθεια δίνουν τα ανανεωμένα γραφικά, που προσφέρουν μία εξαιρετική συνολική εικόνα, όμως δεν αποφεύγουν, δυστυχώς, τα προβλήματα. Τα μοντέλα των χαρακτήρων είναι υπέροχα, γεμάτα λεπτομέρειες, καλοφτιαγμένα animations κίνησης και εκφράσεων προσώπου. Τα όπλα, που φαίνονται πάνω στους χαρακτήρες όταν τους τα φορέσουμε, είναι εξίσου γυαλισμένα και εντυπωσιακά, όπως και τα ρούχα τους.
 

Ο φωτισμός ζωντανεύει το περιβάλλον και αναδεικνύει τα μοντέλα, τονίζοντας συγκεκριμένους μύες, δημιουργώντας αντανακλάσεις στα όπλα και σκιάσεις στα τσακίσματα των ρούχων, ενώ τα οπτικά εφέ είναι πληθωρικά, με πλούσια χρήση των particle effects.



Τα φώτα τη νύχτα κάνουν τη Midgar να δείχνει ατμοσφαιρική, ξεχωριστή και πολλές φορές, σε συνδυασμό με την καταπληκτική καλλιτεχνική επιμέλεια, το θέαμα κόβει την ανάσα. Πολύ εντυπωσιακή είναι επίσης η μετάβαση από cutscenes σε gameplay, που είναι εντελώς seamless, δεν έχει δηλαδή όρια που διακρίνονται. Στο ίδιο ύφος, τα loading έχουν «κρυφτεί» με έξυπνο τρόπο και εμφανίζονται σπάνια.
 

Δυστυχώς, υπάρχουν αρκετά textures που είτε αργούν να φορτώσουν είτε δεν φορτώνουν ποτέ, με αποτέλεσμα να παραμένουν θολούρες που θυμίζουν εποχές PlayStation 2. Αυτό που αποσπά την προσοχή περισσότερο είναι η διαφορά των επιφανειών αυτών με τις ακριβώς διπλανές τους, που μπορεί να είναι γεμάτες λεπτομέρεια. Τα μοντέλα των NPCs, επίσης, πολλές φορές δεν ακολουθούν τα ίδια στάνταρ με των βασικών χαρακτήρων και δείχνουν πρόχειρα σχεδιασμένα. Όλα αυτά συμβαίνουν κυρίως σε πιο ανοιχτούς χώρους, καθώς σε περιορισμένες τοποθεσίες η εικόνα είναι προσεγμένη και ομαλή.






Το συνολικό αποτέλεσμα είναι σίγουρα εντυπωσιακό, όμως τα προβλήματα καταφέρνουν να αποσπάσουν την προσοχή μερικές φορές. Πάντως, δεν υπάρχουν bugs ή glitches άλλου τύπου και οι επιδόσεις (framerate) είναι άψογες.
 

Μην φανταστείτε ανοιχτό κόσμο σαν του Final Fantasy XV, αφού το πρώτο κομμάτι του VII, του παλιού και του Remake, είναι γραμμικό, με επίπεδα γεμάτα στενούς διαδρόμους με μία μοναδική πορεία, που αλλάζει μόνο όταν βρίσκουμε αντικείμενα ή μυστικά. Δεν είναι το ιδανικό level design, όμως ταιριάζει, εξαιτίας της στροφής που έχει κάνει το Remake, πλησιάζοντας περισσότερο σε action-adventure μονοπάτια σύγχρονου τύπου, παρά σε RPG οποιασδήποτε σχολής.






Η ιστορία εκτυλίσσεται με φρενήρεις ρυθμούς, από το ένα κινηματογραφικό σκηνικό στο άλλο, με παύσεις όμως πού και πού για χαλαρωτικά διαλείμματα και sidequests -ακόμα ένα χαρακτηριστικό του Remake που, ενώ προσφέρει στο σύνολο, αφαιρεί επίσης κάτι, εξαιτίας της προσέγγισης. Οι αποστολές αυτές στοχεύουν να μας βάλουν πιο «μέσα» στην πόλη και την καθημερινότητά της, γνωρίζοντάς μας διάφορους κατοίκους της, τους οποίους καλούμαστε να βοηθήσουμε με τα προβλήματά τους.
 

Γενικά, πετυχαίνουν τον σκοπό τους και όντως προσφέρουν στο lore, το σενάριο και το immersion, όμως σαν δραστηριότητες, αποκομμένες από οτιδήποτε άλλο, πλήττουν το gameplay. Πρόκειται για απλοϊκού τύπου περιεχόμενο: βρες τις γάτες που χάθηκαν, σκότωσε τους αρουραίους -είναι πραγματικές αποστολές του Remake, όχι σχήμα λόγου. Το χάσμα της ποιότητας μεταξύ των κεντρικών αποστολών και των παράπλευρων είναι τεράστιο. Ευτυχώς, είναι λίγες σε αριθμό, δεν διαρκούν πολύ, και δεν αναγκάζουν τον παίκτη να ασχοληθεί μαζί τους, παρότι του δίνουν λόγους να το κάνει.



Μία από τις μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις του Remake είναι το σύστημα μάχης. Σε πρώτη ανάγνωση, μοιάζει σαν παιχνίδι δράσης, hack n’ slash ή κάτι παρόμοιο, αλλά στην πορεία βλέπουμε πως δεν είναι έτσι. Το σύστημα είναι στην ουσία συνδυασμός δράσης σε πραγματικό χρόνο με στρατηγική μονομαχία μέσω σειρών και μενού. Η δυσκολία είναι επαρκής για να ωθήσει την ενασχόληση με το στρατηγικό κομμάτι -οι μάχες του Remake δεν στηρίζονται σε αποφυγές, αποκρούσεις και αντανακλαστικά.
 

Οι εχθροί χαρακτηρίζονται από αδυναμίες και αντιστάσεις και η πολύ ευέλικτη μεταφορά του συστήματος των materia βοηθάει στο διαχωρισμό από την καθαρή δράση. Αν δεν το ξέρετε, materia είναι πολύχρωμες μπάλες που προσδίδουν διάφορες ιδιότητες στον χαρακτήρα που τις φοράει και του δίνουν τη δυνατότητα να εκτελεί μαγικά, ανάλογα με το είδος και τα χαρακτηριστικά τους.






Εκτός από τα materia, υπάρχει ένα ακόμα σύστημα παραμετροποίησης, που μας επιτρέπει να αναβαθμίζουμε τα όπλα των χαρακτήρων ξεκλειδώνοντας νέες ιδιότητες και ανεβάζοντας τα stats τους. Πρόκειται για ένα γραμμικό σύστημα που δεν προσφέρει ευελιξία και πληθώρα επιλογών, είναι όμως διασκεδαστικό.
 

Ακόμα, επιστρέφουν φυσικά τα Limit Breaks, παρόμοια με εκείνα του πρωτότυπου στον τρόπο χρήσης τους, και τα Summons που αυτή τη φορά δεν είναι διαθέσιμα όποτε θέλουμε, παρά μόνο σε συγκεκριμένες μάχες και λειτουργούν ως ένα επιπλέον μέλος του party για λίγη ώρα. Τα levels των χαρακτήρων, πάντως, είναι σχεδόν ανούσια, ειδικά εξαιτίας της έλλειψης grinding.






Οι εχθροί, εκτός από την μπάρα ζωής, έχουν άλλη μία που γεμίζει όσο δέχονται μεγάλες ποσότητες ζημιάς ή τους χτυπάμε σε συγκεκριμένα σημεία (τα bosses πολλές φορές μας δίνουν πολλούς στόχους, όπως σώμα, χέρια, πόδια κλπ) και, όταν φτάσει στο τέρμα, μένουν για λίγο ακίνητοι και ευάλωτοι. Εκτός μάχης χειριζόμαστε μόνο τον Cloud, εντός όμως αλλάζουμε όποτε θέλουμε μεταξύ των τριών χαρακτήρων που συνιστούν το party, με το πάτημα ενός κουμπιού.
 

Κινούμαστε σε πραγματικό χρόνο, όμως παράλληλα γεμίζει η μπάρα που μας επιτρέπει να επιλέξουμε μεταξύ μαγικών, αντικειμένων και abilities του κάθε χαρακτήρα. Μέσω όλων των παραπάνω ενθαρρύνεται -ίσως και επιτάσσεται- η στρατηγική προσέγγιση και οι συνεχείς εναλλαγές μεταξύ των μελών του party.



Το Final Fantasy VII Remake παίρνει τη μάχη του προκατόχου του, αλλάζει μερικά βασικά συστατικά της και τελικά μας δίνει ένα εξαιρετικό και πολύ εκλεπτυσμένο σύστημα, φρέσκο αλλά και γνώριμο, εκσυγχρονισμένο αλλά οικείο, που παραμένει απίστευτα διασκεδαστικό μέχρι τέλους, σε μάχες με απλούς εχθρούς αλλά και με τα πολύ εντυπωσιακά bosses.
 

Πολύ θετικό είναι επίσης το πώς ο κάθε χαρακτήρας διαφέρει από τους άλλους στον τρόπο που παίζεται, πάντα με συνέπεια στα ξεχωριστά του γνωρίσματα. Πρόκειται για ένα από τα πιο διασκεδαστικά και εύστοχα συστήματα μάχης ολόκληρης της σειράς και είναι ένα από τα δυνατά σημεία του Remake.
 

Προτείνεται να παίξετε στο normal, για να μην χάσετε τίποτα από το στρατηγικό κομμάτι που παραμερίζεται με το πολύ πιο εύκολο easy. Τέλος, η επιλογή του Classic Mode που αφήνει τους χαρακτήρες να παίζουν μόνοι τους στο real-time κομμάτι και ζητεί από τον παίκτη να επιλέγει μόνο τα μαγικά και τα abilities, είναι κακοστημένη και δεν προσφέρει τίποτα, ιδίως επειδή η ΑΙ δεν αποδίδει.



Το σενάριο ξεκινά με τον Cloud να κατεβαίνει από το τρένο με ένα άλμα και τελειώνει σ’ εκείνη τη λεωφόρο, έξω από τη Midgar. Ενδιάμεσα υπάρχουν αλλαγές και προσθήκες, όμως τα βασικά βήματα της αφήγησης παραμένουν ίδια. Ο Cloud μπαίνει στην ομάδα AVALANCHE, που έχει ως στόχο να εναντιωθεί στην κυβερνώσα εταιρεία Shinra, που καταχράται τους πόρους του πλανήτη προς όφελός της, καταστρέφοντας το περιβάλλον.
 

Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, όπως το τρίο Jesse, Wedge, Biggs, πλέον έχουν πιο εκτενή ρόλο και η ομάδα AVALANCHE αυτή τη φορά είναι πιο «ζωντανή». Επίσης, βλέπουμε πλέον τον αντίκτυπο των κινήσεων των πρωταγωνιστών σε μερικά πολύ δυνατά και αξιομνημόνευτα στιγμιότυπα και έτσι εξερευνάται το ηθικό κομμάτι, με αμφισβητήσεις και σκέψεις που δεν χωρούσαν σε πέντε ώρες.






Κάθε αποστολή μοιάζει με ομαδική δουλειά, στην οποία συμμετέχουν ενεργά όλα τα μέλη, που έχουν το δικό τους backstory. Η Jesse, ειδικά, έχει μετατραπεί σε σημαντικό χαρακτήρα, και κλέβει συχνά την παράσταση με την προσωπικότητά της αλλά και την ιστορία της.
 

Ο ίδιος ο Cloud είναι αρκετά διαφορετικός, πιο πιστευτός και πολύπλοκος. Η επέκταση της ιστορίας δίνει τη δυνατότητα πιο αποτελεσματικής αντιμετώπισης των χαρακτήρων και έτσι η εσωτερική πάλη του Cloud, αλλά και η προσωπικότητά του γενικότερα, αναπτύσσονται πιο ομαλά. Τελικά, είναι πιο συμπαθής αλλά και περισσότερο ρεαλιστικός όσον αφορά την πορεία και την εξέλιξή του. Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους, και οι έξοχες ερμηνείες των ηθοποιών κάνουν θαύματα βοηθώντας τους να ζωντανεύσουν και να δείχνουν πιο ολοκληρωμένοι και εκφραστικοί.



Κομμάτια της ιστορίας του πρωτότυπου που ήταν πολύ αξιομνημόνευτα, όπως η συνάντηση με την Aerith, έχουν επεκταθεί πολύ και είναι πραγματικά εκθαμβωτικά, με τη βοήθεια της καταπληκτικής σκηνοθεσίας. Ο περίπατος με την Aerith, συγκεκριμένα, ιδίως με δεδομένο το βάρος που κουβαλά στην ποπ κουλτούρα, συγκλονίζει.
 

Οι σχέσεις και το δέσιμο των χαρακτήρων παίρνουν τον χρόνο τους και στο τέλος δίνουν την αίσθηση πως κερδήθηκαν και όχι ότι απλώς εξυπηρετούν το σενάριο. Ευτύχημα είναι το γεγονός ότι το writing κινείται σε υψηλά επίπεδα ποιοτικά για όλη τη διάρκεια της περιπέτειας και οι διάλογοι ιδιαίτερα είναι σπινθηροβόλοι. Πάρτε από τώρα μερικά κουτιά χαρτομάντιλα, θα σας χρειαστούν.



Οι νέες προσθήκες στην ιστορία είναι ουσιαστικές, εύστοχες και καλοστημένες. Κυμαίνονται από απλές ιδέες που δίνουν υπόσταση στους χαρακτήρες, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι όλοι έχουν σπίτια που υπάρχουν και τα βλέπουμε, μέχρι και μεγαλύτερου βεληνεκούς αλλαγές που δεν θα αποκαλύψω, καθώς, παρ’ όλο που μιλάμε για Remake, η δυνατότητα για μεγάλα spoilers είναι πολύ πραγματική.
 

Θα πω μόνο πως δεν απογοητεύτηκα καθόλου και ότι, εξαιτίας κάποιων αποφάσεων που θα διχάσουν το κοινό, ανοίγονται νέοι αφηγηματικοί ορίζοντες για τη συνέχεια. Στο τέλος, το πρώτο μέρος καταφέρνει να λειτουργεί ως μεμονωμένο έργο, με αρχή, μέση, κλιμάκωση και τέλος, αν και, αναμενόμενα, μένει σε cliffhanger.






Μόνο παράπονο είναι ότι, στο πλαίσιο της επέκτασης του σεναρίου, μερικά τμήματα διαρκούν περισσότερο από όσο θα έπρεπε και δεν προσφέρουν πολλά. Από την άλλη, όμως, επεκτείνονται και κομμάτια όπως το Wall Market με τον Don Corneo και, ανέλπιστα, έχουμε υπέροχες σκηνές που διατηρούν το παράταιρο χιούμορ του πρωτότυπου, αλλά παραμένουν καθ’ όλη τη διάρκεια γλυκύτατες, συναισθηματικές, αλλά και πολύ κουλ.
 

Η προσέγγιση αφήνει πίσω τα στερεότυπα (στο μεγαλύτερο μέρος της) και πολλά tropes του είδους, και εξελίσσεται σε μία ολοκληρωμένη ιστορία που θα σας συγκινήσει και θα σας κάνει να δεθείτε με το υπέροχο cast χαρακτήρων, που είναι ένας από τους σημαντικότερους λόγους που το Final Fantasy VII είναι τόσο αγαπητό.






Ένα χαρακτηριστικό του Remake που αναμένεται να έχει καθολική –ή έστω σχεδόν- αποδοχή είναι η μουσική. Το soundtrack είναι γεμάτο από γνώριμες μελωδίες του παρελθόντος, που έχουν μείνει στο μυαλό μας εδώ και δύο δεκαετίες. Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα δείγματα μουσικής της σειράς, αλλά και γενικότερα των video games. Στο Remake ακούμε διασκευασμένες τις αγαπημένες μελωδίες και οι νέες ενορχηστρώσεις είναι εκπληκτικές.
 

Γενικότερα, ο ήχος είναι φοβερός, όμως δεν λείπουν και εδώ τα προβλήματα. Η απότομη εναλλαγή της έντασης των ήχων έχει ως αποτέλεσμα πολλές φορές η μουσική να «σκεπάζει» την ομιλία, ενώ άλλες στιγμές, αν δεν κοιτάμε τον χαρακτήρα που μιλάει, δεν ακούμε τη φωνή του -και ευτυχώς υπάρχουν υπότιτλοι.



Συμπέρασμα


Τελικά, η Square Enix κατάφερε το ακατόρθωτο: πήρε τις πέντε πρώτες ώρες ενός από τια πιο εμβληματικά παιχνίδια όλων των εποχών και τις μετέτρεψε σε υλικό 30 ωρών χωρίς να καταφύγει σε φθηνά κόλπα και πολλά γεμίσματα. Οι νέες σεναριακές προσθήκες είναι ουσιώδεις και προσφέρουν μία καλοδεχούμενη καινούργια οπτική στην κλασική αυτή ιστορία.
 

Η επέκταση του σεναρίου κρίνεται ως σωστή επιλογή, η μάχη είναι εξαίσια και, παρά τα τεχνικά προβλήματα και μερικές ατυχείς επιλογές, συνολικά έχουμε μία πολύ αξιόλογη δημιουργία, που διατηρεί την ουσία και όσα μας έκαναν να αγαπήσουμε το πρωτότυπο το 1997. Το Remake πετυχαίνει απόλυτα εκεί που έχει σημασία και είναι ικανό να συγκινήσει τους παλιούς και να προσελκύσει νέους fans, ενώ, για την ώρα, είναι ένας από τους πιο ελκυστικούς τίτλους για να αγοράσει κανείς PS4. Δεν είναι το Final Fantasy VII όπως το θυμόμαστε, είναι όμως όπως πάντα το ονειρευόμασταν.
 

Βαθμολογία:  9/10


Το παιχνίδι μάς παραχωρήθηκε από τη CD Media για τις ανάγκες του review.

 

Τελευταία ενημέρωση: Τρίτη, 14 Απριλίου 2020, 17:36