Η αποτελεσματικότητα του ιστολυτικού κλωστηριδίου της κολλαγενάσης στη σεξουαλική λειτουργία των ασθενών με νόσο Peyronie

Η αποτελεσματικότητα του ιστολυτικού κλωστηριδίου της κολλαγενάσης στη σεξουαλική λειτουργία των ασθενών με νόσο Peyronie
Η νόσος Peyronie εμφανίζεται στο 3%-9% των ανδρών και χαρακτηρίζεται από κάμψη του πέους, πόνο, σχηματισμό ψηλαφητής πλάκας, μείωση του μήκους του πέους, καθώς κι έναν βαθμό στυτική δυσλειτουργίας. Μπορεί να είναι το αποτέλεσμα αλλεπάλληλων μικροτραυματισμών κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής δραστηριότητας ή να οφείλεται σε κάποια διαταραχή του συνδετικού ιστού.

Τα συμπτώματα που σχετίζονται τόσο με την οξεία όσο και με τη χρόνια φάση της νόσου έχουν σοβαρές επιπτώσεις στη σεξουαλική του λειτουργία και οδηγούν σε σημαντική ψυχολογική δυσφορία. Οι σχετικές μελέτες δείχνουν ότι το 48% των ανδρών με νόσο Peyronie εμφανίζουν κλινική κατάθλιψη. Ωστόσο δεν έχει ερευνηθεί επαρκώς η επίδραση της νόσου στις συντρόφους των ασθενών. Η κλινική εμπειρία όμως δείχνει ότι η νόσος Peyronie μπορεί να έχει πολύ σοβαρές επιπτώσεις στις συντρόφους καθώς και να επηρεάσει αρνητικά τη σχέση.

Πρόσφατα εγκρίθηκε η χρήση ενέσιμης χορήγησης ιστολυτικού κλωστηριδίου της κολλαγενάσης (CCH) μέσα στις πλάκες για την αντιμετώπιση της κάμψης του πέους σε ασθενείς με σταθεροποιημένη νόσο Peyronie. Τα δεδομένα σχετικά με την επίδραση της θεραπείας με CCΗ στις συντρόφους των ασθενών με νόσο Peyronie και στην ποιότητα της σεξουαλικής σχέσης είναι περιορισμένα. 

Μια νέα μελέτη είχε σκοπό καταρχάς την αξιολόγηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας της θεραπείας με CCH σε ασθενείς με σταθερή νόσο Peyronie με τη χρήση ενός τροποποιημένου θεραπευτικού πρωτοκόλλου που στόχευε στη μείωση του αριθμού των ενέσεων και των ιατρικών επισκέψεων του ασθενή και κατ’ επέκταση στη μείωση του κόστους και της διάρκειας της θεραπείας. Παράλληλα είχε σκοπό τη διερεύνηση της βελτίωσης της δυσφορίας των συντρόφων στο πλαίσιο μιας μεγάλης προοπτικής μελέτης.

Στη μελέτη συμμετείχαν 135 άνδρες, Ευρωπαίοι, λευκοί, σεξουαλικά ενεργοί κι ετεροφυλόφιλοι που παραπέμφθηκαν για τη θεραπεία της νόσου σε ένα κέντρο τριτοβάθμιας περίθαλψης. Όλοι οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε αναλυτική εξέταση που περιλάμβανε τη λήψη ιστορικού, τη φυσική εξέταση, και το τεστ φαρμακολογικής πρόκλησης στύσης για την εκτίμηση του βαθμού κάμψης του πέους στην αρχή και το τέλος της μελέτης. Οι ασθενείς με ασβεστοποιημένες πλάκες, καθώς και εκείνοι με κοιλιακή κάμψη πέους αποκλείστηκαν από τη μελέτη. Όλοι οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε τροποποιημένο θεραπευτικό πρωτόκολλο που προέβλεπε τη χορήγηση τριών ενέσεων CCH στις πλάκεςτων 0,9mg. Οι ενέσεις θα έπρεπε να απέχουν 4 εβδομάδες η μια από την άλλη και να χορηγούνται στο σημείο της μέγιστης κάμψης. Μετά από κάθε ένεση ο ασθενής έπρεπε να ακολουθήσει αυστηρές οδηγίες σχετικά με μια ρουτίνα χειρισμών έκτασης του πέους που θα εκτελούσε σε καθημερινή βάση στα μεσοδιαστήματα των ενέσεων. Επίσης οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν στο Διεθνή Δείκτη Στυτικής Λειτουργία (ΙIEF), καθώς και σε δύο ειδικά ερωτηματολόγια σχετικά με τη νόσο Peyronie, τα Global Assessment of PD και PD Questionnaires στην αρχή και στο τέλος της μελέτης. Αντίστοιχα οι σύντροφοι κλήθηκαν να απαντήσουν στον Δείκτη Γυναικείας Σεξουαλικής Λειτουργίας.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα όλοι οι ασθενείς ολοκλήρωσαν τη μελέτη. Πριν από τη θεραπεία το 13.3% είχε κάποιου βαθμού σεξουαλική δυσλειτουργία. Μετά η θεραπεία παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική αύξηση της γενικής βαθμολογίας του IIEF και των επιμέρους κλιμάκων, ενώ παράλληλα παρατηρήθηκε μια μείωση της μέσης βαθμολογίας στα ερωτηματολόγια που αξιολογούσαν τα συμπτώματα της νόσου Peyronie. Επίσης μετά από εξειδικευμένες στατιστικές αναλύσεις βρέθηκε ότι η γενική βαθμολογία του IIEF καθώς και οι βαθμολογίες στις επιμέρους κλίμακες της στυτικής λειτουργίας, της σεξουαλικής επιθυμίας, και της ικανοποίησης από τη σεξουαλική επαφή σχετίζονταν θετικά με μεγαλύτερες βαθμολογίες στο FSFI. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ερευνητές όριζαν μια βαθμολογία του FSFI μικρότερη του 26.55 ως ενδεικτική σεξουαλικής δυσλειτουργίας. Όσο πιο μεγάλη βελτίωση λοιπόν εμφάνιζαν οι άνδρες στις κλίμακες του IIEF τόσο πιο μεγάλη βελτίωση εμφάνιζαν και οι γυναίκες στις κλίμακες του FSFI. Αντιθέτως υψηλές βαθμολογίες στις κλίμακες που αξιολογούσαν το πόνο του πέους, τη δυσφορία από τα συμπτώματα και τη κάμψη μετά τη θεραπεία, σχετίζονταν με μειωμένες βαθμολογίες στις κλίμακες του FSFI. Τέλος, η συνολική ικανοποίηση μετά τη θεραπεία έφτασε στο 89.6%.

Συμπερασματικά, βρέθηκε ότι το τροποποιημένο πρωτόκολλο θεραπείας με CCH μπορεί να βελτιώσει τη σεξουαλική λειτουργία τόσο των ανδρών με νόσο Peyronie όσο και των συντρόφων τους.

Οι ερευνητές επισημαίνουν κάποιες αδυναμίες της μελέτης, όπως είναι η μη χρήση ομάδας ελέγχου που θα λάμβανε placebo, καθώς και η συμμετοχή αποκλειστικά και μόνο ετεροφυλόφιλων ζευγαριών που διατηρούσαν σταθερή σχέση. Επιπλέον δεν έγινε αναλυτική αξιολόγηση της δυσφορίας των συντρόφων, ενώ παράλληλα δε λήφθηκε υπόψη η μακροχρόνια σεξουαλική λειτουργία των ασθενών και των συντρόφων τους.

Τα ευρήματα, ωστόσο, της παρούσας μελέτης δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι ενέσεις CCH για την αντιμετώπιση της σταθεροποιημένης νόσου Peyronie έχουν καλά αποτέλεσμα στην σεξουαλική λειτουργία των ετεροφυλόφιλων ασθενών που βρίσκονται σε σταθερή σχέση και των συντρόφους τους.

Πηγή: andrologia.gr

Τελευταία ενημέρωση: Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018, 15:36