Οι πρώτοι Εύζωνες και οι προσπάθειες για οργάνωση τακτικού στρατού έπειτα από την Eπανάσταση του ’21

Πρώτη καταχώρηση: Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2021, 13:10
Οι πρώτοι Εύζωνες και οι προσπάθειες για οργάνωση τακτικού στρατού έπειτα από την Eπανάσταση του ’21

Με την έλευση του νέου έτους 2021, συμπληρώνονται ακριβώς τα 200 χρόνια από το 1821, κατά τη διάρκεια του οποίου ξεκίνησε ο ένοπλος αγώνας των Ελλήνων κατά της οθωμανικής κυριαρχίας με σκοπό την εθνική τους ανεξαρτησία. Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, έδωσε στο ελληνικό έθνος ένα νέο κράτος με την υπόσταση του οποίου πορεύεται έως και σήμερα στο διεθνές σύστημα των εθνικών κρατών. Ταυτόχρονα με την έναρξη της Επανάστασης, ξεκίνησε και μια πραγματικά εργώδης προσπάθεια οργάνωσης τακτικού στρατού, η οποία μετά από αυτή την πορεία των 200 χρόνων, μας οδηγεί στον σύγχρονο Ελληνικό Στρατό.

Στο πλαίσιο λοιπόν της έναρξης των εορτασμών για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, το Γενικό Επιτελείο Στρατού παρουσιάζει ως πρώτο ιστορικό αφιέρωμα μηνός για το έτος 2021, τα ιστορικά στοιχεία των ευζωνικών τμημάτων της περιόδου 1821-1913 και των πρώτων προσπαθειών για την οργάνωση τακτικού στρατού.

Είναι γνωστό ότι η Ελληνική Επανάσταση, δεν ξεκίνησε ταυτόχρονα σε όλες τις περιοχές, τον Μάρτιο του 1821. Αρκετά γεγονότα προηγήθηκαν και τους προηγούμενους μήνες, ένα εκ των οποίων ήταν η επιστροφή στην Πελοπόννησο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, την 6η Ιανουαρίου του 1821. Επίσης πριν την κήρυξη της επανάστασης του 1821, ξεκινά και η συγκρότηση από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, του πρώτου τακτικού ελληνικού τμήματος, με την εμβληματική ονομασία «Ιερός Λόχος».

Τα Ευζωνικά Τμήματα, φέροντας τη στολή των κλεφτών και αρματολών, ανακαλούν στην ιστορική μνήμη τις θεσμικές ενέργειες, που καταβλήθηκαν για τη συγκρότηση του τακτικού στρατού στο πέρασμα των χρόνων. Οι πρώτες προσπάθειες για την οργάνωσή του, από την εκδήλωση της Επανάστασης του 1821 έως και τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913), αρχικά αποσκοπούσαν στον μετασχηματισμό των άτακτων σωμάτων σε τακτικών, αλλά στη συνέχεια στόχευσαν στην οργάνωση ενός άρτια εκπαιδευμένου, εξοπλισμένου και, συνακόλουθα, πειθαρχημένου και αξιόμαχου τακτικού στρατού, που θα συνέβαλε στη επανάκτηση εθνικών εδαφών.

Οι πρώτες προσπάθειες συγκρότησης Τακτικού Στρατού (1821-1827)

Στις 26 Ιανουαρίου 1821, ο Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος- Παπαφλέσσας παρουσίασε τις εντολές του Αλέξανδρου Υψηλάντη,1 σχετικά με την έναρξη του αγώνα στην Πελοπόννησο, στη συνέλευση της Βοστίτσας (Αίγιο). Στις 25 Μαρτίου, οι, Νικόλαος Λόντος, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, Ανδρέας Ζαΐμης και Μπενιζέλος Ρούφος εισήλθαν στην πόλη των Πατρών και κήρυξαν την Επανάσταση, αν και οι επαναστατικές ενέργειες έλαβαν χώρα σε περιοχές γύρω από την πόλη, όπως και σε όλη σχεδόν την Πελοπόννησο, αρκετές ημέρες νωρίτερα. Με τη στρατιωτική επικράτηση της Επανάστασης στις περιοχές της Πελοποννήσου, της Ρούμελης και των νησιών του Αιγαίου δημιουργήθηκε ένας πρωταρχικός εδαφικός πυρήνας, βάσει του οποίου συγκροτήθηκαν οι πρώτοι θεσμοί διοίκησης. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί το πρόβλημα του κατακερματισμού της στρατιωτικής δράσης, καθώς τα άτακτα σώματα προέβαιναν σε τοπικές στρατολογήσεις, με αποτέλεσμα η κάθε περιοχή να συγκροτεί και να συντηρεί τα δικά της ένοπλα σώματα, με συνέπεια την απουσία του κοινού συντονισμού για την αντιμετώπιση των Οθωμανών.

Το ψήφισμα της 9ης Ιανουαρίου 1822 της Επιδαύρου1 συνιστά την απαρχή της συστηματικότερης οργάνωσης του τακτικού στρατού, με βάση τον στρατιωτικό κώδικα Γαλλίας. Με τον νόμο «Περί Οργανώσεως του Στρατού» της 1ης Απριλίου 1822, θεσπίστηκε η συγκρότηση τακτικού στρατού από τα Όπλα του Πεζικού, Ιππικού, Πυροβολικού και Μηχανικού και καθοριζόταν η οργάνωσή τους σε συντάγματα. Αν και στον ίδιο νόμο προτάθηκαν τα ενδύματα των ευρωπαϊκών στρατευμάτων, εντούτοις, τον Ιούλιο του 1824, για πρακτικούς λόγους καθορίστηκε, προσωρινά, να παραμείνει ως στολή ο ελληνικός ιματισμός – σαγιάκι (κάπα), άσπρη φουστανέλα και φέσι (φάριο).

Το 1824, σημειώθηκε νέα συγκροτημένη προσπάθεια οργάνωσης τακτικού στρατού, υπό τη διοίκηση του Συνταγματάρχη Παναγιώτη Ρόδιου. Συγκροτήθηκαν ένα τάγμα πεζικού, περίπου 500 ανδρών (τέσσερις λόχοι πεζικού, ένας λόχος Ευζώνων, ένας λόχος Επιλέκτων) και ένα τμήμα πυροβολικού, περίπου 100 ανδρών. Οι προσπάθειες για την οργάνωση τακτικού στρατού συνεχίστηκαν και τον επόμενο χρόνο με την ανάληψη της διοίκησής του από τον Γάλλο Συνταγματάρχη Φαβιέρο (Charles Fabvier), ο οποίος αντιμετώπιζε τη συγκρότηση του τακτικού στρατού ως εχέγγυο για την πειθαρχημένη οργάνωση και εξέλιξή του, αλλά και για την αναγνώριση του αγώνα στην Ευρώπη.

Η περίοδος 1821-1827 σηματοδοτήθηκε από την απουσία σταθερής διοικητικής αρχής με μία κεντρικά οργανωμένη οικονομική υπηρεσία, που θα αναλάμβανε τις οικονομικές δαπάνες για τη συγκρότηση τακτικού στρατού. Η μόνιμη έλλειψη των αναγκαίων – οπλισμός, ιματισμός, τρόφιμα, μισθοδοσία –, καθώς και η μακροχρόνια σύνδεση των στρατιωτών με τους οπλαρχηγούς των «ατάκτων» τμημάτων, προκαλούσε λιποταξίες των ανδρών και, συνακόλουθα, τη διάλυση των στρατοπέδων. Η θετική έκβαση της στρατιωτικής συνεργασίας Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, στη ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτώβριος 1827) και η επιλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη της Ελλάδας από τη Γ΄ Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα σηματοδοτεί την απαρχή μίας νέας περιόδου.

Η στρατιωτική πολιτική του Καποδίστρια (1828-1831)

Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, με την άφιξή του στο Ναύπλιο, έπρεπε να αντιμετωπίσει άμεσα το σοβαρό στρατιωτικό πρόβλημα των άτακτων σωμάτων, καθώς ήταν επιτακτική ανάγκη η ύπαρξη πειθαρχημένου και αποτελεσματικού στρατού υπό την επίβλεψη ενός συμβουλευτικού οργάνου. Ως εκ τούτου, στις 23 Ιανουαρίου 1828, με Ψήφισμα συγκρότησε το «Πολεμικό Συμβούλιο» και ανέλαβε ο ίδιος την προεδρία του. Δύο μήνες αργότερα με διάταγμα, συστάθηκε το «Γενικόν Φροντιστήριον» μία τριμελής επιτροπή, η οποία θα ήταν υπεύθυνη για τον οικονομικό έλεγχο των υπηρεσιών που σχετίζονταν με τα θέματα του πολέμου. Στη συνέχεια την 8η Σεπτεμβρίου 1829 συγκροτήθηκε υπουργείο με την ονομασία «Γραμματεία επί των Στρατιωτικών και Ναυτικών Υποθέσεων», με πρώτο Γραμματέα τον αδελφό του Κυβερνήτη, Βιάρο Καποδίστρια.

Οι λύσεις για τη συγκρότηση Τακτικού Στρατού ήταν δύο. Η πρώτη λύση πρότεινε τη διάλυση των άτακτων σωμάτων της προηγούμενης περιόδου και η δεύτερη σχεδίαζε να εντάξει τις δυνάμεις των «ατάκτων» σε «ημιτακτικούς» σχηματισμούς, τους οποίους βαθμιαία θα μετασχημάτιζε σε τακτικούς. Ο Καποδίστριας επέλεξε τη δεύτερη λύση. Συγκεκριμένα, η οργάνωση του στρατού πέρασε από δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση με τον Οργανισμό των Χιλιαρχιών (Φεβρουάριος 1828), τα άτακτα σώματα μετονομάστηκαν σε «Αεικίνητα» και οργανώθηκαν σε οκτώ χιλιαρχίες των δύο πεντακοσιαρχιών η καθεμία. Στη δεύτερη φάση, οι χιλιαρχίες μετασχηματίστηκαν σε δεκατρία Ελαφρά ή Εύζωνα τάγματα πεζικού (Σεπτέμβριος 1829), τα οποία προωθήθηκαν στη μεθόριο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αν και η στολή του τακτικού στρατού, με διάταγμα, είχε εξομοιωθεί με τη γαλλική στολή, εντούτοις οι άνδρες του διατήρησαν την παραδοσιακή ελληνική ενδυμασία. Στο πλαίσιο της γενικότερης στρατιωτικής πολιτικής του Καποδίστρια εντάσσεται και η ίδρυση του «Λόχου Ευελπίδων» την 21η Δεκεμβρίου 1828, που αργότερα αντικαταστάθηκε από το «Κεντρικόν Πολεμικόν Σχολείον» (Ιανουάριος 1829). Απώτερος σκοπός της στρατιωτικής εκπαίδευσης ήταν να ενισχυθεί η διαδικασία δημιουργίας μισθοδοτούμενου τακτικού στρατού, που θα υπαγόταν στην κεντρική πολιτική εξουσία και θα διακρινόταν για την πειθαρχία και τον επαγγελματισμό του.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1831, ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε από πολιτικούς αντιπάλους του, στο Ναύπλιο. Στο εσωτερικό της χώρας κυριάρχησε πολιτική και κοινωνική αναρχία, που είχε άμεση επίδραση και στον στρατό. Η έλλειψη κρατικών πόρων και, συνακόλουθα, η αδυναμία πληρωμής της μισθοδοσίας και των βασικών μέσων συντήρησης του στρατεύματος, καθόρισε τη διάλυση των Ελαφρών Ταγμάτων, καθώς και του εναπομείναντος τακτικού στρατού. Έτσι, οι ένοπλοι τέθηκαν, για άλλη μία φορά, υπό την καθοδήγηση και τον έλεγχο των παλαιών οπλαρχηγών των τμημάτων «ατάκτων».

Η στρατιωτική πολιτική της οθωνική περιόδου (1833-1863)

Το 1833, φθάνει στην Ελλάδα ο Βαυαρός Πρίγκιπας Όθωνας, ως εκλεγμένος Βασιλιάς της από τις τρεις συμμάχους Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία), συνοδευόμενος από την Αντιβασιλεία και τη Βαυαρική Φρουρά, δυνάμεως περίπου 4.000 ανδρών. Η πρώτη κυβέρνηση της Αντιβασιλείας επιδίωξε, μέσω αυστηρών μέτρων, να διαλύσει τα σώματα «ατάκτων», να απαγορεύσει την οπλοφορία και να ανασυγκροτήσει τον τακτικό στρατό. Με τον νέο «Οργανισμό Στρατού» (Φεβρουάριος 1833) συγκροτήθηκαν οκτώ τάγματα πεζικού, που διέθεταν έξι λόχους το καθένα, εκ των οποίων ένας ήταν Λόχος Ευζώνων. Επιπλέον, συστήθηκαν, δέκα τάγματα ακροβολιστών από τα διαλυόμενα σώματα των άτακτων, των τεσσάρων λόχων το καθένα και προβλεπόταν ένα σύνταγμα λογχοφόρων ιππέων, έξι λόχοι πυροβολικού, ένα λόχος ζευγιτών, ένας λόχος τεχνικών, ένας λόχος μηχανικού και δύο λόχοι σκαπανέων.

Η στρατιωτική πολιτική της οθωνικής περιόδου (1833-1862) θέσπισε τη θέση του Γενικού Επιθεωρητή Στρατού, υπεύθυνου για την εύρυθμη οργάνωση και λειτουργία του στρατού (9 Φεβρουαρίου 1833), και του σώματος των Γενικών Επιτελών, με σκοπό την άσκηση της επιτελικής υπηρεσίας (1 Δεκεμβρίου 1833). Έναν χρόνο αργότερα, το «Κεντρικόν Πολεμικόν Σχολείον» μετονομάστηκε σε «Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων» (19 Φεβρουάριου 1834).

Ο Τακτικός Στρατός από το 1864 μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913)

Μετά την εκθρόνιση του Όθωνα την 10η Οκτωβρίου 1862, ανήλθε στον θρόνο ο Γεώργιος Α΄ (10 Οκτωβρίου 1863). Η οργάνωση ισχυρού στρατού ήταν από τις πρώτες ενέργειες του. Ωστόσο, από το 1864 έως το 1876 ίσχυσε ο «Οργανισμός Στρατού» του 1833, αλλά με σημαντικές αλλαγές στη συγκρότηση, όπως αλλαγή δομής του Υπουργείου Στρατιωτικών και σύσταση τριών Αρχηγείων. Το 1866, το Πεζικό οργανώθηκε σε δέκα τάγματα. Έναν χρόνο αργότερα, συγκροτήθηκαν τέσσερα ανεξάρτητα τάγματα Ευζώνων των πέντε λόχων, δυνάμεως 2.564 ανδρών, με αποστολή την επιτήρηση και εξασφάλιση της μεθορίου. Τον Δεκέμβριο του 1868 συστήθηκε ανεξάρτητη μονάδα Ευζώνων με την ονομασία «Άγημα»,1 η οποία τέθηκε στην αποκλειστική υπηρεσία του Βασιλιά.

Τον Απρίλιο του 1877, ξεκίνησε νέος Ρωσοτουρκικός Πόλεμος, η εξέλιξή του οποίου ενδιέφερε άμεσα την Ελλάδα καθώς τα συμφέροντα και οι εθνικές της διεκδικήσεις επηρεάζονταν από τις εξελίξεις στα βόρεια σύνορά της. Σύμφωνα με τον «Οργανισμό Στρατού», συγκροτήθηκαν δύο μεραρχίες, στις οποίες υπάγονταν όλες οι μονάδες πεζικού. Κάθε μεραρχία περιλάμβανε επιτελείο και δύο ταξιαρχίες. Η κάθε ταξιαρχία διέθετε δύο συντάγματα πεζικού, ένα τάγμα Ευζώνων των τεσσάρων λόχων, τα ανάλογα τμήματα ιππικού και πυροβολικού και τις απαραίτητες λοιπές υπηρεσίες (Ιούνιος 1877).

Περίπου μισό αιώνα μετά τη σύσταση του τακτικού στρατού από τους Βαυαρούς, η ανασυγκρότηση του στρατεύματος αποτελούσε βασικό δείκτη για τον πολυπόθητο εκσυγχρονισμό του συνόλου των θεσμών. Η αναδιοργάνωση του στρατεύματος, η εμπέδωση της πειθαρχίας και η πολύπλευρη κατάρτιση των στελεχών παρέμεναν τα βασικά ζητούμενα για τον τακτικό στρατό. Έτσι, το 1884, η γαλλική αποστολή, υπό τον Υποστράτηγο Βοσσέρ (Victor Vosseur), ανέλαβε την εκπαίδευση διαφόρων στρατιωτικών σωμάτων, την εκτέλεση ασκήσεων και βολών, συγκρότησε τη στρατολογική και την τηλεγραφική υπηρεσία και εκπόνησε μελέτες οχυρώσεων και άμυνας.

Στις 6 Απριλίου 1897, εκδηλώθηκε η κύρια επίθεση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία εναντίον του Ελληνικού Στρατού στη Θεσσαλία. Η δυσμενής εξέλιξη του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897, από τη μία, φώτισε τα λειτουργικά προβλήματα του Ελληνικού Στρατού, όπως την έλλειψη βασικών υλικών, οπλισμού και εκπαίδευσης και την απουσία σχεδίου δράσης. Από την άλλη, δρομολόγησε τις εξελίξεις στην οργάνωση, την εκπαίδευση και τον οπλισμό του Ελληνικού Στρατού, που θα οδηγούσαν στους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913).

Η ψήφιση νέων Οργανισμών του Στρατού τα έτη 1904, 1910 και 1912, καθόρισαν τη μετεξέλιξή του σε έναν στρατό που ήταν οργανωμένος σε μεγάλες μονάδες ομοιόμορφης σύνθεσης, τους ονομαζόμενους σήμερα Σχηματισμούς. Παράλληλα, η χώρα διαιρέθηκε σε τρεις στρατιωτικές περιφέρειες, καθεμία από τις οποίες περιλάμβανε τέσσερα διαμερίσματα. Σε κάθε περιφέρεια αντιστοιχούσε μία μεραρχία και σε κάθε διαμέρισμα ένα στρατολογικό γραφείο. Ο ενεργός στρατός συγκροτείτο από τη Γενική Διοίκηση, τα Όπλα (Πεζικό, Ιππικό, Πυροβολικό, Μηχανικό και Μεταγωγικό), τις Υπηρεσίες (Υγειονομική, Κτηνιατρική, Οικονομική, Χαρτογραφική, Στρατολογική, Δικαστική, Μουσική και Θρησκευτική), το Μόνιμο Φρουραρχείο Αθηνών και τα Στρατιωτικά Σχολεία. Το Πεζικό συγκροτείτο από δώδεκα συντάγματα και έξι τάγματα Ευζώνων.

Παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, με νόμο προσκλήθηκε στην Ελλάδα η γαλλική στρατιωτική αποστολή, υπό τον στρατηγό Εϋντού (Eydoux). Οι αρμοδιότητες της αποστολής κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα των λειτουργιών του στρατεύματος, όπως η οργάνωση, η εκπαίδευση, η πειθαρχία, ο εξοπλισμός, ο εφοδιασμός και η κατανομή των στρατιωτικών δυνάμεων ανά την επικράτεια (διάταξη). Με τον τρόπο αυτό η γαλλική αποστολή συνέβαλε στην καλύτερη οργάνωση και προετοιμασία του Ελληνικού Στρατού. Οι ασκήσεις, που πραγματοποιήθηκαν από το 1911, είχαν ως βάση τους την εξοικείωση των στρατιωτικών μονάδων στις συνθήκες πολέμου και μάλιστα εστίαζαν στη ικανότητα διεξαγωγής επιθετικών επιχειρήσεων.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1912, κηρύχθηκε γενική επιστράτευση. Ο στρατός οργανώθηκε σε δύο μείζονες σχηματισμούς επιπέδου στρατιάς, τη Στρατιά Θεσσαλίας, υπό τον Διάδοχο Κωνσταντίνο και τη Στρατιά Ηπείρου, υπό τον Αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη.1 Στις 26 Οκτωβρίου 1912, η Στρατιά Θεσσαλίας, αποτελούμενη από επτά μεραρχίες, μία ταξιαρχία ιππικού και δύο αποσπάσματα Ευζώνων, εισήλθε με το ανατολικό απόσπασμα Ευζώνων νικηφόρα στη Θεσσαλονίκη. Στις 20 Φεβρουαρίου 1913, η Στρατιά Ηπείρου, δυνάμεως μίας μεραρχίας με ένα σύνταγμα πεζικού, τέσσερα τάγματα Ευζώνων και ένα τάγμα Εθνοφρουρών, με την τελευταία καθοριστική επίθεση του 1ου Συντάγματος Ευζώνων στο Μπιζάνι, απελευθέρωσε την πόλη των Ιωαννίνων.

Τα θεαματικά αποτελέσματα των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913 καταδεικνύουν τη βελτίωση της μαχητικότητας του στρατεύματος, σε συνδυασμό με έναν κεντρικό σχεδιασμό χωρίς ερασιτεχνικές και ενθουσιώδεις αυτενέργειες. Η σταθερή παρουσία των Ευζωνικών Τμημάτων στα στρατιωτικά σχήματα από το 1821 έως και το 1913 σηματοδοτεί, έως σήμερα, τον Εύζωνα ως σύμβολο του γενναίου πολεμιστή, που διακρίνεται για το επιθετικό πνεύμα, την περιφρόνηση του κινδύνου και τη διαρκή προσήλωσή του στην καταδίωξη του εχθρού.

Πηγή: Γενικό Επιτελείο Στρατού

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2021, 13:11