Κώστας Φωτάκης: «Η έκθεση Πισσαρίδη μάς γυρνάει στα μνημονιακά χρόνια - Απαιτείται νέα γνώση και καινοτομία»

Πρώτη καταχώρηση: Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2020, 10:45
Κώστας Φωτάκης: «Η έκθεση Πισσαρίδη μάς γυρνάει στα μνημονιακά χρόνια - Απαιτείται νέα γνώση και καινοτομία»

Συνέντευξη: Σωτήρης Σκουλούδης

Ο Κώστας Φωτάκης διετέλεσε αναπληρωτής υπουργός Έρευνας και Καινοτομίας στην προηγούμενη κυβέρνηση, είναι ομότιμος καθηγητής Φυσικής του Πανεπιστημίου Κρήτης και τέως πρόεδρος του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας. Με αφορμή το επιστημονικό υπόβαθρο του καθηγητή και την προσφορά του σε τομείς που σχετίζονται με την έρευνα και την καινοτομία στη χώρα μας, το zougla.gr ήρθε σε επαφή μαζί του προκειμένου να διερευνήσουμε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η επιστημονική έρευνα και η αξιοποίηση της γνώσης και της καινοτομίας, παράγοντες που -όπως διαβάζουμε και στη γνωστή έκθεση Πισσαρίδη- μπορούν να ενισχύσουν την παραγωγικότητα αλλά και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. 

Ο δρ Κωνσταντίνος Φωτάκης πιστεύει στο ανθρώπινο δυναμικό της χώρας, θεωρώντας το ως το πιο ισχυρό στοιχείο, ενώ κρίνει ότι τα τελευταία χρόνια έγιναν πολλές βελτιώσεις στον επιστημονικό τομέα. Αναφέρεται επίσης στην «περίεργη» πρόσφατη παραίτηση του προέδρου του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΕΚ) Μανώλη Δερμιτζάκη, ενώ κατακρίνει την έκθεση Πισσαρίδη, που, αν και θέτει την προαγωγή της επιστημονικής γνώσης στο επίκεντρο της ανάπτυξης, όπως θεωρεί ο επιστήμονας, «μας γυρνάει πίσω στα μνημονιακά χρόνια».

Τέλος, σχετικά με την πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της πανδημίας, ο Κώστας Φωτάκης θεωρεί πως «τα αποτελέσματα της έλλειψης συγκροτημένου σχεδίου για το "άνοιγμα" της χώρας μετά την πρώτη φάση της πανδημίας είναι πλέον εμφανή, τόσο στο οικονομικό όσο και στο υγειονομικό επίπεδο».

Διαβάστε τη συνέντευξη:

-Κύριε Φωτάκη, πολύς λόγος γίνεται για την επιστημονική έρευνα στη χώρα μας και για το επίπεδο στο οποίο βρίσκεται, με τους επικριτές να αναφέρουν ότι δυστυχώς θα μπορούσαν να γίνουν πολλά περισσότερα, έτσι ώστε η χώρα μας να γίνει ανταγωνιστική -και να ωφεληθεί αντίστοιχα- από τον τομέα αυτόν. Εσείς τι εικόνα έχετε; 

Χωρίς αμφιβολία, η προσπάθεια για βελτίωση πρέπει να είναι συνεχής. Πρέπει όμως να πω ότι οι επικρίσεις που λέτε συχνά είτε πηγάζουν από ελλιπή πληροφόρηση και επιπόλαιη επίκληση στοιχείων που παρέχονται από διεθνείς οργανισμούς, είτε εσκεμμένα αποσκοπούν στη δημιουργία εντυπώσεων. Θα αναφερθώ στο πιο ισχυρό στοιχείο που διαθέτει η χώρα: τους ανθρώπους της, το εξαιρετικό επιστημονικό δυναμικό, ιδίως τους νέους ταλαντούχους ερευνητές, αλλά και ώριμους επιστήμονες που είναι διεθνώς καταξιωμένοι.

Ας μην ξεχνάμε ότι οι Έλληνες επιστήμονες, που στην πλειονότητά τους είναι απόφοιτοι των ελληνικών ΑΕΙ, τα οποία κάποιοι προσπαθούν συστηματικά να απαξιώσουν, είναι περιζήτητοι στην αγορά εργασίας διεθνώς. Δεν είναι τυχαίο ότι, όσον αφορά στις επιστημονικές δημοσιεύσεις και την απήχησή τους, η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στις 30 πρώτες χώρες παγκοσμίως, ενώ πέντε ελληνικά ερευνητικά κέντρα κατατάσσονται ανάμεσα στα 50 καλύτερα της ΕΕ από την άποψη της προσέλκυσης ευρωπαϊκών προγραμμάτων και πόρων. Τα λέω αυτά γιατί, όπως ανέφερα, συνήθως αναδεικνύονται οι αδυναμίες και αγνοούνται τα επιτεύγματα.

Ανάμεσα στις αδυναμίες περιλαμβάνεται και ο βαθμός αξιοποίησης της έρευνας για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, όπως αναφέρετε. Για να κρίνουμε όμως, δεν πρέπει να επικαλούμαστε αποσπασματικά μεμονωμένα στοιχεία, αλλά να παρατηρούμε τις τάσεις εξέλιξης που παρουσιάζουν οι δείκτες για την Έρευνα και την Καινοτομία διαχρονικά. Κι εδώ δείκτες ενδεικτικοί για τη θέση της Ελλάδας, όπως ο δείκτης δαπανών για Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε & Α), ο δείκτης Καινοτομίας κι ο δείκτης διαθεσιμότητας κεφαλαίων υψηλού επιχειρηματικού κινδύνου παρουσίασαν θεαματική και συστηματική αύξηση για πρώτη φορά στα χρονικά, κατά το διάστημα 2015-19.

Το γεγονός αυτό οφείλεται στην ερευνητική πολιτική που εφαρμόσθηκε τότε και εντάχθηκε στο αναπτυξιακό σχέδιο που είχε διαμορφωθεί από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Μια ερευνητική πολιτική που δεν βασίστηκε αποκλειστικά στην τυφλή υιοθέτηση ευρωπαϊκών επιλογών. Αντίθετα υιοθέτησε έμπρακτα ορισμένες από αυτές, ενώ ταυτόχρονα συμμετείχε ενεργά στη διαμόρφωση νέων ευρωπαϊκών πολιτικών. Η Ελλάδα για πρώτη φορά άρθρωσε τη δική της φωνή στην ευρωπαϊκή πολιτική για την Έρευνα.

Το αναπτυξιακό πρότυπο κατά τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ περιλάμβανε στον πυρήνα του τη Γνώση που προκύπτει από την επιστημονική έρευνα, την Οικονομία της Γνώσης. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο, παρά τις δυσκολίες και τους περιορισμούς της οικονομικής κρίσης, η δημόσια δαπάνη για την Έρευνα αυξήθηκε κατακόρυφα. Γεγονός που συμπαρέσυρε για πρώτη φορά και την αντίστοιχη αύξηση των ιδιωτικών δαπανών, οδηγώντας το 2018 σε δαπάνες ύψους 2,2 δισ. € για Ε & Α (1,18% του ΑΕΠ), κατά πολύ μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες των προηγούμενων ετών, ακόμη και σε προ κρίσης εποχές.

Να θυμίσω ότι στις αναπτυξιακές προτεραιότητες διαχρονικά μέχρι το 2015 επικρατούσε μια διαφορετική αντίληψη, η οποία συνέβαλε μεταξύ άλλων στο μεγάλο χάσμα ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και στη βαθιά κοινωνικοοικονομική κρίση. Πολύ φοβάμαι ότι από τα όσα βλέπουμε σήμερα μπορεί να συμβεί το ίδιο.

-Πρόσφατα παραιτήθηκε ο πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΕΚ) Μανώλης Δερμιτζάκης κάνοντας σοβαρές καταγγελίες για την ερευνητική πολιτική της κυβέρνησης. Πώς σχολιάζετε το γεγονός; 

Το ΕΣΕΤΕΚ είναι το ανώτατο συμβουλευτικό όργανο της Πολιτείας για θέματα Έρευνας και Καινοτομίας. Δεν θα ήθελα να υπεισέλθω σε θέματα που μπορεί να σχετίζονται είτε με προσωπικές φιλοδοξίες κι επιδιώξεις που δεν εκπληρώθηκαν είτε με ενδοκυβερνητικές διαμάχες. Επισημαίνω μόνο ότι ο πρόεδρος του ΕΣΕΤΕΚ παραιτήθηκε στις αρχές Αυγούστου και για δύο περίπου εβδομάδες υπήρξε απόλυτη σιωπή από όλες τις πλευρές.

Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός καθαυτό αποτελεί μια ακόμη ρωγμή στο περίφημο επιτελικό κράτος που έχει οικοδομήσει η κυβέρνηση. Και βέβαια καταδεικνύει ότι τα τεκταινόμενα στον κρίσιμο τομέα της Έρευνας και της Καινοτομίας, παρά το γυαλιστερό επικοινωνιακό επικάλυμμα με το οποίο η κυβέρνηση φροντίζει να τα περιβάλλει, είναι κάθε άλλο από ενθαρρυντικά. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και σε άλλους τομείς. Και για του λόγου το αληθές θα ήθελα να αναφέρω τρία στοιχεία.

Πρώτον, τον περασμένο Ιούνιο έγινε ανοιχτή συνεδρίαση του ΕΣΕΤΕΚ με τη συμμετοχή όλων των μελών του και των αρμόδιων κυβερνητικών παραγόντων. Τότε, η θριαμβολογία για τα επιτεύγματα της κυβέρνησης στην Έρευνα και την Καινοτομία ήταν άκρατη. Δεν υπήρξε η παραμικρή κριτική. Τι συνέβη μέχρι την παραίτηση και για ποιους λόγους έγινε είναι απορίας άξιο.

Δεύτερο, ο κ. Δερμιτζάκης είναι ένας από τους συντάκτες της έκθεσης Πισσαρίδη, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα. Υποθέτω ότι αυτός επιμελήθηκε τα θέματα της Έρευνας. Στην έκθεση είναι διάχυτη μια έντονα χρησιμοθηρική άποψη για την Έρευνα και αναρωτιέμαι πώς αυτό συμβαδίζει με τους πρόσφατους ισχυρισμούς του για την αναγκαιότητα της ελεύθερης έρευνας.

Τρίτον, ορίστηκε επικεφαλής στην περίφημη εμβληματική δράση για τον COVID που με τυμπανοκρουσίες ανακοινώθηκε από τον πρωθυπουργό στις 24 Μαρτίου και αργότερα πάλι τον Ιούλιο. Το γεγονός αυτό αποτελούσε σύγκρουση συμφερόντων, αφού ήταν ταυτόχρονα ελέγχων ως πρόεδρος του ΕΣΕΤΕΚ και ελεγχόμενος. Σημειωτέον, ακόμη περιμένουμε να ακούσουμε για το πώς εξελίσσεται η δράση αυτή, ενώ ο κ. Δερμιτζάκης εξακολουθεί να είναι επικεφαλής παρά τα όσα καταμαρτυρεί για την Έρευνα στην κυβέρνηση. Αφήνω στην κρίση σας αυτά τα στοιχεία.

Τέλος, θα ήθελα να τονίσω ότι ακόμη αναμένεται να εκφρασθεί η θέση των υπόλοιπων μελών του ΕΣΕΤΕΚ για τα παραπάνω. Όλα αυτά αποτελούν ένα μόνο μικρό δείγμα της λειτουργίας του «επιτελικού» κράτους στον κρίσιμο τομέα της Έρευνας και Καινοτομίας.

Και μια τελευταία επισήμανση: Πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι νέος πρόεδρος του ΕΣΕΤΕΚ από την 1η Νοεμβρίου θα είναι ο καθηγητής Αρταβάνης-Τσάκωνας, διεθνώς καταξιωμένος επιστήμονας της διασποράς. Μέχρι τότε στο ΕΣΕΤΕΚ θα προεδρεύει ο νυν αντιπρόεδρός του, ο οποίος είναι επικεφαλής σε επενδυτικό ταμείο. Οι αποφάσεις που θα κληθεί άμεσα να λάβει το ΕΣΕΤΕΚ είναι κρίσιμες, όπως η επιλογή κριτών για την αξιολόγηση των προέδρων και διευθυντών Ερευνητικών Κέντρων κι αμφιβάλλω αν εξασφαλίζεται η ακαδημαϊκότητα και η επιστημονική επάρκεια.

-Η πρόσφατη οικονομική έκθεση Πισσαρίδη αναφέρεται στην ανάγκη αύξησης της παραγωγικότητας μέσω της επιστημονικής γνώσης και συγκεκριμένα κάνει λόγο για την ανάγκη «στενότερης διασύνδεσης της παραγωγής με την τεχνολογία και την καινοτομία». Ποια είναι τα βήματα που πρέπει να γίνουν προς αυτή την κατεύθυνση και σε ποιο στάδιο βρισκόμαστε; Συμφωνείτε με την ουσία της Έκθεσης; 

Η ανάγκη αύξησης της παραγωγικότητας μέσω της επιστημονικής έρευνας και η διασύνδεση της παραγωγής με την τεχνολογία και την καινοτομία αποτελούν κεντρική ευρωπαϊκή επιδίωξη. Το ζήτημα είναι τι κάνεις, αν βέβαια κάνεις, για να το επιτύχεις, πώς το κάνεις και προς όφελος ποιου. Με άλλα λόγια, με ποιο τρόπο η ανάπτυξη μπορεί να αποτελέσει βάση για τη συνεχόμενη άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, σε αντιπαράθεση με μια οικονομική μεγέθυνση που βαθαίνει την κοινωνική κρίση.

Σας ανέφερα προηγουμένως ότι τα βήματα που εμείς κάναμε ήταν ενταγμένα σε ένα ολιστικό σχέδιο στήριξης της Έρευνας και Καινοτομίας σε όλες τις φάσεις: ελεύθερη έρευνα και παραγωγή νέας γνώσης μέσω του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) που ιδρύσαμε, εφαρμοσμένη έρευνα κυρίως με συνεργατικά έργα μεταξύ ερευνητικών φορέων και επιχειρήσεων μέσω του ΕΣΠΑ και ενθάρρυνση της υγιούς νεοφυούς επιχειρηματικότητας με τη δημιουργία κατάλληλων χρηματοδοτικών εργαλείων. Όπως δείχνουν τα διαθέσιμα στοιχεία, ο δρόμος άνοιξε για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και μάλιστα με σαφές κοινωνικό πρόσημο.

Η έκθεση Πισσαρίδη, όμως, παραβλέπει προκλητικά την πληθώρα δράσεων και το ύψος της χρηματοδότησης της Έρευνας κατά την περίοδο 2015-19. Επιπλέον, διέπεται από μια φιλοσοφία συσσώρευσης ανόμοιων ερευνητικών δομών και μικρών επιχειρήσεων που είναι και ανεφάρμοστη και αποθαρρυντική για τη νεοφυή επιχειρηματικότητα. Ενώ στην έκθεση είναι διάχυτη η πρόθεση συρρίκνωσης του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους, ταυτόχρονα προωθείται εν πολλοίς η κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα. Προάγεται, με άλλα λόγια, ένας κρατικοδίαιτος αντικρατικισμός!

Ουσιαστικά, η έκθεση προτείνει μια νεκρανάσταση αποτυχημένων πολιτικών που οδήγησαν στη φυγή στο εξωτερικό πολλούς νέους επιστήμονες, ιδιαίτερα τα πρώτα μνημονιακά χρόνια. Είναι σαν να γράφτηκε με τα στοιχεία που ίσχυαν για το 2014! Αλλά, το σημαντικότερο, προωθεί μια αφελή και επικίνδυνη ταυτόχρονα αντίληψη. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, οι προτεραιότητες πρέπει να καθορίζονται μονοσήμαντα από τις ανάγκες της αγοράς. Είναι αφελής, γιατί, όταν εφαρμόστηκε το μείγμα αυτών των πολιτικών στη χώρα μας, είχε αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που υποτίθεται ότι ήθελε να προαγάγει. Το αποδεικνύουν με τρόπο απτό μεταξύ άλλων, οι χαμηλοί δείκτες καινοτομίας στα χρόνια πριν το 2015.

Είναι και επικίνδυνη, γιατί προάγει την ερευνητική μονοκαλλιέργεια, και η πρόοδος που έγινε στην Έρευνα και τη Καινοτομία τα τελευταία χρόνια κινδυνεύει να αναστραφεί. Η δική μας πολιτική απεγκλώβισε τις δυνάμεις που υπάρχουν και προώθησε την ανάπτυξη νέας Γνώσης με την προαγωγή της ελεύθερης ποιοτικής Έρευνας. Αυτός ήταν ο στόχος του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ). Ταυτόχρονα στήριξε τη νεοφυή επιχειρηματικότητα με δράσεις όπως το πρόγραμμα «Ερευνώ-Δημιουργώ-Καινοτομώ» και την ίδρυση του Ταμείου Επιχειρηματικών Συμμετοχών για επενδύσεις υψηλού κινδύνου, όπως αυτές που συνδέονται με την τεχνολογική καινοτομία. Χωρίς τη νέα Γνώση βελτίωση της παραγωγικότητας με την Καινοτομία δεν υπάρχει, γιατί δεν υπάρχει και Καινοτομία με μεγάλη προστιθέμενη αξία.

Στις σημερινές συνθήκες, αυτός είναι ο δρόμος για την αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού που διαθέτει η χώρα και για τη δημιουργία προοπτικών που θα ανατρέψουν σταδιακά τα παρωχημένα παραγωγικά πρότυπα του παρελθόντος. Δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση μιας οικονομία που θα βασίζεται στη Γνώση, την οικονομία της Γνώσης. Μια πρώτη ισχυρή ένδειξη της ορθότητας αυτής της πολιτικής είναι η ραγδαία αύξηση του δείκτη καινοτομίας στην Ελλάδα, που, σύμφωνα με την ΕΕ, από 60-63% του κοινοτικού μέσου όρου που εκυμαίνετο διαχρονικά, αυξήθηκε συστηματικά από το 2016 κι έφθασε στο 83% το 2019. Αλλά για την έκθεση Πισσαρίδη θα υπάρξει διεξοδικός και λεπτομερής σχολιασμός στο μέλλον.

-Κι επειδή η Επιστήμη έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας, εφόσον οι ειδικοί γιατροί καθορίζουν τις πολιτικές της χώρας μας όσον αφορά στην αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού, εν αναμονή του εμβολίου, πώς θα αποτιμούσατε, γενικά, τη στάση και τα μέτρα που έχει ακολουθήσει η κυβέρνηση προς αυτή την κατεύθυνση; Θα προτείνατε κάτι διαφορετικό; 

Πρώτα θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, παρά τα όσα ισχυρίζεται η κυβέρνηση, οι πολιτικές της χώρας στα θέματα της πανδημίας στην καλύτερη περίπτωση αποτελούν συνδυασμό της γνώμης των ειδικών γιατρών και των κυβερνητικών σκοπιμοτήτων. Κάθε υπόνοια στρατηγικής προσέγγισης έχει μάλλον εκλείψει. Πρόκειται για επιλογές που σε μεγάλο βαθμό καθορίζονται από το γνωστό απόφθεγμα «βλέποντας και κάνοντας». Κι εξηγούμαι: Τα αποτελέσματά της έλλειψης συγκροτημένου σχεδίου για το «άνοιγμα» της χώρας μετά την πρώτη φάση της πανδημίας είναι πλέον εμφανή. Και αναφέρομαι τόσο στο οικονομικό όσο και στο υγειονομικό επίπεδο.

Εδώ άλλωστε κρίνεται η ποιότητα κι αποτελεσματικότητα της κάθε πολιτικής ηγεσίας. Στο πώς διαχειρίζεται την κρίση και ποιες προοπτικές διαμορφώνει για το μέλλον. Για την ανεπάρκεια της οικονομικής διαχείρισης πολλά έχουν λεχθεί και δεν θα τα επαναλάβω. Για το υγειονομικό μέρος όμως, θα ήθελα να επισημάνω την έλλειψη ικανοποιητικής διαγνωστικής επάρκειας και εκτεταμένων διαγνωστικών ελέγχων του ευρύτερου πληθυσμού, τόσο για άμεση πρόληψη και προστασία όσο και για τη λήψη έγκυρων αποφάσεων διαχείρισης της κρίσης με αυξημένη ακρίβεια δεδομένων σχετικών με τη διασπορά του ιού. Αναφέρομαι σε εκτεταμένους, μαζικούς κι επαναλαμβανόμενους διαγνωστικούς ελέγχους, όχι με τους σημερινούς στενούς περιορισμούς αλλά διαθέσιμους σε πλατιά στρώματα του πληθυσμού μέσω του δημόσιου συστήματος υγείας. Παρά τις υπουργικές αντιρρήσεις, οι δραματικές συνέπειες της πανδημίας δικαιολογούν απόλυτα το σχετικό κόστος.

Οι μέχρι σήμερα αστοχίες έχουν οδηγήσει σε σοβαρά κενά. Ενδεικτικά, στο Μητρώο COVID της 15ης Αυγούστου αναφέρεται ότι μέχρι τότε είχαν καταγραφεί στη χώρα συνολικά τα αποτελέσματα μόνο 107.804 εργαστηριακών ελέγχων από τα οποία τα 59.445 ήταν αρνητικά, 5.688 θετικά, αδιευκρίνιστα 166 και σε διερεύνηση 42.505! Αυτό το τελευταίο των «σε διερεύνηση» μεγάλου αριθμού αποτελεσμάτων εγείρει πολλά ερωτηματικά και χαρακτηρίζει την κατάσταση που επικρατεί, αφού αφορά τον αριθμό δεδομένων που καθορίζουν τον κατά το δυνατόν ακριβέστερο προσδιορισμό του πραγματικού αριθμού κρουσμάτων και, κατ’ επέκταση, τη συνολική διαχείριση της πανδημίας. Η πρόσφατη δήλωση αδυναμίας διεξαγωγής αναγκαίων διαγνωστικών ελέγχων από το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας την επιβεβαιώνει.

Η λήψη πρωτοβουλιών για τη σημαντική αύξηση του αριθμού των διαγνωστικών ελέγχων επιβάλλεται έστω και καθυστερημένα με τρεις προφανείς δράσεις που επανειλημμένα στο πρόσφατο παρελθόν έχουν προταθεί: Άμεση προμήθεια επαρκών ποσοτήτων διαγνωστικών αντιδραστηρίων ή παραγωγή αυτών επιτοπίως σε πιστοποιημένους ερευνητικούς φορείς, όπως συνιστά και η ΕΕ. Άμεση πρόσληψη ιατρικού προσωπικού και συστηματική εκπαίδευσή του για ορθή κι αντιπροσωπευτική δειγματοληψία και τέλος αξιοποίηση εργαστηρίων ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων που διαθέτουν σχετική τεχνογνωσία κι εξοπλισμό για να διευρυνθούν σημαντικά οι δυνατότητες διαγνωστικών ελέγχων.

-Θα ήθελα να τελειώσουμε με μια προσωπική ερώτηση: Ένας τομέας στον οποίο διακρίνεται το επιστημονικό σας έργο είναι ο τομέας των λέιζερ και των εφαρμογών τους στη βιο-ιατρική και τη τεχνολογία προηγμένων υλικών. Ποιες προοπτικές διανοίγονται για αυτού του τύπου τις τεχνολογίες; 

Ο ευρύτερος επιστημονικός τομέας που αναφέρετε είναι ο τομέας της Φωτονικής, που παγκοσμίως περιλαμβάνεται στους τομείς «κλειδιά» για το παρόν και το άμεσο μέλλον. Το μέλλον στο οποίο τεχνολογίες της λεγόμενης 4ης βιομηχανικής επανάστασης, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, η Ρομποτική, η Νανοτεχνολογία και η Φωτονική, θα έχουν κεντρικό ρόλο. Ειδικά στον τομέα της Φωτονικής, υπάρχουν εξαιρετικές ερευνητικές ομάδες, μερικές από τις οποίες πρωταγωνιστούν διεθνώς.

Υπάρχουν επίσης δυναμικές καινοτόμες επιχειρήσεις που οι περισσότερες έχουν ξεπηδήσει μέσα από ελληνικά ΑΕΙ και Ερευνητικά Κέντρα. Μάλιστα πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις έχουν συνασπισθεί σε επιχειρηματική συστάδα (cluster) Φωτονικής, προάγοντας αποτελεσματικά τη διεθνή παρουσία της χώρας στον τομέα αυτό τόσο τεχνολογικά όσο και επιχειρηματικά.

Θα ήθελα πάντως να κλείσω με μια επισήμανση. Την επιστήμη και την τεχνολογία δεν πρέπει να τις βλέπουμε αποσπασματικά και αποκομμένες από τον κοινωνικοπολιτικό περίγυρο. Παρά τα όσα συχνά λέγονται, η επιστήμη έχει πάντα πρόσημο και οι πολιτικές που εφαρμόζονται καθορίζουν τη χρήση ή την κατάχρησή της.

Για παράδειγμα, τα λέιζερ που κάνουν λεπτές και απαιτητικές χειρουργικές επεμβάσεις μπορεί επίσης να καθοδηγούν βόμβες με χειρουργική ακρίβεια στον στόχο. Το αν και πώς θα προσφέρει η επιστήμη στην ανάπτυξη με ισχυρό κοινωνικό πρόσημο, στο πώς θα συντελέσει στην άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων είναι ένα καίριο ζήτημα που βρίσκεται πάντα μπροστά μας είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι. Εμείς θέλουμε να το αντιμετωπίζουμε και να μην το αγνοούμε.

 

Τελευταία ενημέρωση: Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2020, 11:16