Alpha Bank: Την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας έναντι της ύφεσης προεξοφλούν οι αγορές

Πρώτη καταχώρηση: Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2020, 15:43
Alpha Bank: Την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας έναντι της ύφεσης προεξοφλούν οι αγορές

Παρά την επιδείνωση του οικονομικού κλίματος εξαιτίας του πανδημικού φαινομένου, η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο της δελτίο εκτιμά ότι η διατήρηση της πτωτικής δυναμικής των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών τίτλων, από τον Μάιο 2020, υποδηλώνει ότι οι αγορές προεξοφλούν:

Πρώτον, την ανθεκτικότητα της Ελληνικής Οικονομίας έναντι του υφεσιακού shock, σε χρονικό ορίζοντα διετίας, η οποία ήδη ενισχύεται από τα μέτρα στήριξης για το χρονικό διάστημα 2020-2021.

Δεύτερον, την ενεργό στήριξή της από τη μη συμβατική νομισματική πολιτική που ασκεί η ΕΚΤ, μέσω των αγορών των ελληνικών τίτλων, στο πλαίσιο του νέου, Έκτακτου Προγράμματος Αγοράς Στοιχείων Ενεργητικού λόγω πανδημίας (PEPP),

Τρίτον, το ευνοϊκότερο profile του ελληνικού χρέους, αναφορικά με τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες του ελληνικού δημοσίου για τα επόμενα δύο έτη, οι οποίες παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, τη μεγάλη περίοδο ωρίμανσης του χρέους, καθώς και το γεγονός ότι το μεγαλύτερο ποσοστό του αποτελείται, πλέον, από δάνεια σταθερού επιτοκίου,

Τέταρτον, το ισχυρό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα που προσδοκάται να προκύψει, την επόμενη εξαετία, μέσω της απορρόφησης των κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς και των κονδυλίων από το ΕΣΠΑ 2021-2027 που είναι διαθέσιμα για την Ελλάδα.

Εκτός από την καθοδική πορεία των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών τίτλων, το κλίμα εμπιστοσύνης βελτιώθηκε και στο εσωτερικό, όπως φαίνεται από τη μικρή άνοδο του Δείκτη Οικονομικού Κλίματος, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, σε σχέση με την περίοδο του lockdown. Σημειώνεται δε, ότι ο εν λόγω δείκτης  παραμένει σε υψηλότερο επίπεδο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία.

Εξετάζεται η πορεία του αξιόχρεου της χώρας, κατά τη διάρκεια της νέας υφεσιακής διαταραχής και διερευνάται η σημασία του δημοσιονομικού χώρου που δημιουργείται, για τον αποτελεσματικό σχεδιασμό και την υλοποίηση των μέτρων στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας, ένα σημαντικό μέρος των οποίων ανακοινώθηκε αυτήν την εβδομάδα στο πλαίσιο του πολιτικοοικονομικού «Thessaloniki HELEXPO Forum».

Η αποκλιμάκωση των αποδόσεων και η συμμετοχή της χώρας μας στο PEPP αναμένεται να δώσουν πρόσθετη ευελιξία χρηματοδότησης της Ελληνικής Οικονομίας και να λειτουργήσουν επικουρικά στη διατήρηση του κόστους εξυπηρέτησης του ελληνικού δημοσίου χρέους σε χαμηλά επίπεδα.

Εκτός από την ακολουθούμενη νομισματική πολιτική, μια πρόσθετη, ευνοϊκή παράμετρος για τα ελληνικά ομόλογα είναι η συμφωνία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Σχέδιο Ανάκαμψης, σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα είναι από τις πλέον ωφελημένες χώρες, με βάση τα κεφάλαια που θα διατεθούν σε επιδοτήσεις και δάνεια ως ποσοστό του ΑΕΠ (17%). Η εξέλιξη αυτή αναμένεται επιπλέον να στηρίξει την αναπτυξιακή πορεία της Ελληνικής Οικονομίας από το επόμενο έτος.

Η διαμόρφωση της απόδοσης του 10ετούς ελληνικού ομολόγου σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα διευκολύνει την εκδοτική δραστηριότητα του ελληνικού δημοσίου, επιτρέποντας τη διατήρηση των ταμειακών αποθεμάτων της χώρας σε ικανοποιητικό επίπεδο, μέσω των εκδόσεων ομολόγων.

Τα αντληθέντα κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές αναπληρώνουν τα κονδύλια που χρησιμοποιούνται από τα ταμειακά διαθέσιμα για τη χρηματοδότηση των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης, έως ότου ξεκινήσει η εκταμίευση των πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης το 2021. Η μείωση του κόστους δανεισμού του ελληνικού δημοσίου οδηγεί σε διεύρυνση του δημοσιονομικού χώρου, ωστόσο, σε βραχυχρόνιο ορίζοντα, παραμένουν δύο σημαντικές προκλήσεις:

• Πρώτον, η διατήρηση της ρευστότητας της πραγματικής οικονομίας, μέσω της παροχής κρατικών εγγυήσεων, αλλά και μέσω κοινοτικών κονδυλίων.

• Δεύτερον, η μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία που θα βοηθήσει στη διασφάλιση των εισοδημάτων και των θέσεων εργασίας των απασχολουμένων που πλήττονται από την πανδημική κρίση.

Προς αυτή την κατεύθυνση, η Κυβέρνηση θεσμοθέτησε μια δέσμη νέων μέτρων για τη στήριξη των εισοδημάτων των εργαζομένων. Τούτο κρίνεται πολύ σημαντικό, καθώς η ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης -η οποία αντιπροσωπεύει περίπου το 70% του ΑΕΠ- θα μπορούσε να αντισταθμίσει ένα μέρος της ζημίας που προκάλεσε η μεγαλύτερη του αναμενομένου μείωση της δραστηριότητας του τουριστικού κλάδου στην οικονομία, κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου του έτους. Παράλληλα, τα εν λόγω μέτρα εκτιμάται ότι θα βελτιώσουν την εξασθενημένη καταναλωτική εμπιστοσύνη, η οποία με τη σειρά της θα ενισχύσει τον κλάδο του λιανικού εμπορίου.     

Επιπρόσθετα, η Κυβέρνηση ανακοίνωσε πρόσφατα, στο πλαίσιο του πολιτικοοικονομικού «Thessaloniki HELEXPO Forum», το νέο οικονομικό πρόγραμμά της για τη στήριξη της ελληνικής οικονομίας. Το εν λόγω πρόγραμμα περιλαμβάνει μέτρα που αφορούν στη στήριξη της εργασίας, της ρευστότητας των επιχειρήσεων, των επενδύσεων και των εισοδημάτων.

Συγκεκριμένα, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, μείωση των ασφαλιστικών εισφορών από το επόμενο έτος, κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, τους επαγγελματίες και τους αγρότες για το 2021, θεσμοθέτηση νέου προγράμματος επιδότησης 100 χιλιάδων νέων θέσεων εργασίας και κατάργηση του άμεσου φόρου ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) για τα μικρότερα νησιά.

Παράλληλα, επεκτείνεται το πρόγραμμα «Συν-Εργασία» έως το τέλος του 2020, ενεργοποιείται στο άμεσο χρονικό διάστημα ο τρίτος κύκλος ευνοϊκής χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις μέσω της «επιστρεπτέας προκαταβολής», αναβάλλεται έως το 2021 η υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών και χρεών στην εφορία για τους απασχολούμενους σε κλάδους της οικονομίας που επηρεάστηκαν αρνητικά από την πανδημία, ενώ επεκτείνεται για έξι μήνες ο μειωμένος συντελεστής ΦΠΑ στις μεταφορές, στον καφέ, στα μη αλκοολούχα ποτά, στους κινηματογράφους και στις τουριστικές υπηρεσίες.

Επιπρόσθετα, θεσπίζεται μέτρο υπεραποσβέσεων, ύψους 200%, για ψηφιακές και πράσινες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, για το διάστημα 2021-2023, το οποίο αποτελεί ένα έμμεσο μέτρο μείωσης της εταιρικής φορολογίας και στοχεύει, παράλληλα, στην αύξηση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων. Τέλος, αναμένεται να πραγματοποιηθεί, μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους, η καταβολή αναδρομικών συντάξεων (Ευρώ 1,4 δισ. σε συνέχεια της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας και Ευρώ 460 εκατ. λόγω του νέου τρόπου υπολογισμού των συντάξεων).

Η ιδιωτική κατανάλωση στη χώρα μας αντιστοιχεί -σύμφωνα με τα στοιχεία του δεύτερου τριμήνου του έτους- σε 71% του ΑΕΠ που αποτελεί το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ-27). Παράλληλα, η ετήσια μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, το δεύτερο τρίμηνο του 2020, κατά τη διάρκεια του οποίου ήταν σε εφαρμογή τα μέτρα περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας εξαιτίας της πανδημίας, ήταν ίση με 11,6%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην ΕΕ-27 διαμορφώθηκε σε -15,1%.

Η τόνωση της ιδιωτικής κατανάλωσης που αναμένεται να προκύψει βραχυπρόθεσμα, ως αποτέλεσμα των μέτρων ενίσχυσης της ρευστότητας των επιχειρήσεων και της απασχόλησης που έχει θέσει σε εφαρμογή η Ελληνική Κυβέρνηση, εκτιμάται ότι θα μετριάσει την αναμενόμενη αρνητική μεταβολή του ΑΕΠ κατά το τρέχον έτος. Επιπλέον, η ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης δύναται να αντισταθμίσει, εν μέρει, την προβλεπόμενη πτώση των καθαρών εξαγωγών, οι οποίες εξαρτώνται σημαντικά από τις χαμηλές επιδόσεις του τουρισμού.

Οι καθαρές εξαγωγές υπηρεσιών, ως ποσοστό του ΑΕΠ, σημείωσαν κατακόρυφη πτώση, το δεύτερο τρίμηνο του 2020, καθώς διαμορφώθηκαν σε 4,3%, έναντι 10,4%, το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019 (Γράφημα 3). Σημειώνεται, δε, ότι το εν λόγω ποσοστό είναι το χαμηλότερο που έχει καταγραφεί σε δεύτερο τρίμηνο έτους από το 1998 (3,8%).

Παράλληλα, επιδεινώθηκαν σημαντικά οι επιχειρηματικές προσδοκίες στον τομέα των υπηρεσιών, με το σχετικό δείκτη να έχει απολέσει 34 μονάδες, το δεύτερο τρίμηνο του 2020, σε σύγκριση με το ίδιο διάστημα του 2019 και 48 μονάδες, αντίστοιχα, σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο.  

Συγκεκριμένα, η αρνητική ετήσια μεταβολή της ΑΠΑ, κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2020, προήλθε πρωτίστως από τη μείωση της προστιθέμενης αξίας του τομέα των υπηρεσιών, ο οποίος συμμετέχει κατά 80% στη διαμόρφωσή της, ενώ οριακά αρνητικά συνέβαλαν τόσο ο πρωτογενής όσο και ο δευτερογενής τομέας.

Πιο αναλυτικά, ο πρωτογενής τομέας, ο οποίος περιλαμβάνει τη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία, σημείωσε πτώση της τάξης του 7,7%, σε σύγκριση με το δεύτερο τρίμηνο του 2019, συμβάλλοντας αρνητικά στη διαμόρφωση της ΑΠΑ, κατά 0,3 της εκατοστιαίας μονάδας.

Επιπλέον, η συνολική συμβολή του τριτογενούς τομέα διαμορφώθηκε σε -11,3 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς η προστιθέμενη αξία του κλάδου «εμπόριο-παροχή καταλύματος-εστίαση-μεταφορές» συρρικνώθηκε κατά 35,6%, σε ετήσια βάση, ενώ η ΑΠΑ των λοιπών υπηρεσιών κατέγραψε ετήσια πτώση 5,7%.

Τέλος, ο δευτερογενής τομέας συνέβαλε κατά 0,4 της εκατοστιαίας μονάδας στη μείωση της ΑΠΑ, το δεύτερο τρίμηνο του 2020, σε σύγκριση με το ίδιο τρίμηνο του 2019, γεγονός που προέκυψε ως το συνδυαστικό αποτέλεσμα της αρνητικής συμβολής της βιομηχανίας (δευτερογενής τομέας εξαιρουμένων των κατασκευών) κατά 1,3 εκατοστιαία μονάδα και της θετικής συμβολής των κατασκευών κατά 0,9 της ποσοστιαίας μονάδας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ΑΠΑ των κατασκευών αυξήθηκε κατά 24,2%, σε ετήσια βάση, το δεύτερο τρίμηνο του έτους, έναντι ετήσιας αύξησης κατά 31,1%, το ίδιο τρίμηνο του 2019.

Η εξέλιξη αυτή συμβαδίζει με την αύξηση των επενδύσεων σε κατασκευές, καθώς οι επενδύσεις σε κατοικίες σημείωσαν άνοδο κατά 34,5%, σε ετήσια βάση, το δεύτερο τρίμηνο του 2020, ενώ οι επενδύσεις σε λοιπές κατασκευές, αντίστοιχα, κατά 32%.

Τελευταία ενημέρωση: Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2020, 15:43