Καταλονία: Ποιος θα είναι πρόεδρος της κυβέρνησης και ποια η σχέση με τη Μαδρίτη

Καταλονία: Ποιος θα είναι πρόεδρος της κυβέρνησης και ποια η σχέση με τη Μαδρίτη
Τις προοπτικές που ανοίγονται για την αποκατάσταση της αυτονομίας στην Καταλονία και τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης, έπειτα από την ενθαρρυντικά θεσμική και μετρημένη ομιλία του νέου προέδρου του καταλανικού κοινοβουλίου Ρότζερ Τόρεντ, μετά την εκλογή του στη χθεσινή εναρκτήρια ολομέλεια του Παρλαμέντ, διερευνούν τα κύρια άρθρα των πολιτικών σχολιαστών στις δύο μεγάλες καταλανικές εφημερίδες «La Vanguardia» και «El Periodico».



Στο άρθρο του, με τίτλο «Μονομερής απεκτόνωση», ο σχολιαστής της «La Vanguardia» Φραντσέσκ-Μαρκ Άλβαρο διερωτάται: «Πώς είναι δυνατόν να κάνει κάποιος πολιτική, όταν καθημερινά του επισείουν τον Ποινικό Κώδικα; Η πολιτική είναι πάνω απ’ όλα δράση και ξεδίπλωμα ενός σχεδίου. Όμως, πώς μπορεί κάποιος να πολιτευθεί, όταν το ''ανώμαλο'' πλαίσιο εφαρμογής της - όπως τόνισε και ο Τόρεντ - χαρακτηρίζεται από φυλακές, διαταγές προσαγωγής, αμφιλεγόμενες δικαστικές αποφάσεις και τη διαπίστωση πως ένα πολιτικό πρόβλημα ιστορικών διαστάσεων το μεταχειρίζονται ωσάν να ήταν ένα απλό ποινικό ζήτημα και ένα θέμα δημόσιας τάξης;».

Από τη μεριά της, η Άστριδ Μπάριο, από τη στήλη της στην «El Periodico», διαπιστώνοντας πως με την εκλογή του νέου προεδρείου του Κοινοβουλίου «ξεπεράστηκε ο πρώτος σκόπελος για την ανάκτηση της αυτονομίας, που καταλύθηκε την 27η Οκτωβρίου, αλλά παραμένει ακόμη η δεύτερη και πιο δύσκολη φάση, που αφορά στην εκλογή προέδρου της Τζενεραλιτάτ, που θα επιτρέψει τον τερματισμό της εφαρμογής του Άρθρου 155 του Συντάγματος», διερωτάται μήπως έφθασε «η ώρα της ERC»;

«Έχοντας φθάσει σε αυτό το σημείο, διατυπώνονται διάφορα σενάρια, μολονότι δεν είναι όλα εξίσου δυνατά: να σχηματισθεί μία αυτονομιστική κυβέρνηση, που όμως θα σέβεται το Σύνταγμα και το Καθεστώς (Estatut) για την Καταλονία και θα αποποιείται τη μονομερή δράση. Να σχηματισθεί μία μικτή κυβέρνηση μεταξύ αυτονομιστικών και κομμάτων του ''συνταγματικού τόξου'', ή να σχηματισθεί κυβέρνηση μόνο από τα τελευταία. Όλες αυτές οι εναλλακτικές θα επιτρέψουν, τουλάχιστον, να ανακτηθεί η θεσμική ομαλότητα, διότι η πλήρης επιστροφή στην ομαλότητα θα είναι πολύ δύσκολο να ανακτηθεί όσο υπάρχουν βουλευτές, ή ακτιβιστές στη φυλακή, ή στις Βρυξέλλες» τονίζει η Μπάριο.

Από την άλλη ο Άλβαρο σημειώνει: «Βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι. Οι δυνάμεις της ανεξαρτησίας δεν τέθηκαν εκτός νόμου, όμως θεωρούνται πάντοτε ύποπτες και έχουν αποκεφαλισθεί, όπως διατείνεται η Μαδρίτη. Έχουμε εισέλθει σε ένα αμφίβολο έδαφος, διότι τα πάντα εξαρτώνται από εκείνους που ερμηνεύουν τους νόμους: ήδη έχουμε διαπιστώσει πως ειρηνικές διαδηλώσεις χαρακτηρίσθηκαν πράξεις βίας και αυτό χρησίμευσε στη φυλάκιση ανθρώπων με εγνωσμένη διάθεση διαλόγου. Η νέα κυβέρνηση θα γεννηθεί υπό επιτήρηση, όχι μόνον υπό την επιτήρηση του Ραχόι και των υπουργών του, αλλά και του Συνταγματικού Δικαστηρίου και της Εισαγγελίας. Το συμπέρασμα είναι σαφές: εάν θέλουμε απεκτόνωση, αυτή θα πρέπει να είναι μονομερής, πρωτοβουλία που εναπόκειται αποκλειστικώς στα κόμματα και στους πολιτικούς των δυνάμεων της ανεξαρτησίας. Η ισπανική κυβέρνηση δεν πρόκειται να μετακινηθεί ούτε ένα εκατοστό, ακόμη περισσότερο δε όταν το κυβερνών Λαϊκό Κόμμα γνωρίζει πως οι Ciudadanos θα το ανταγωνισθούν σε επόμενες εκλογές άμεσα στο πεδίο του πατριωτισμού, αναμετρώντας τις δυνάμεις τους στο ποιος θα κρατήσει μεγαλύτερο σθένος απέναντι στην πρόκληση της ανεξαρτησίας».

Η Μπάριο διαπιστώνει επίσης πως «η εκπεφρασμένη πρόθεση των αυτονομιστών να ξαναπροτείνουν ως πρόεδρο τον Κάρλες Πουτζντεμόν δεν συμβάλλει στο ελάχιστο στην προσπάθεια να ανακτηθεί η ομαλότητα, τόσο η θεσμική όσο και η γενική. Εν πρώτοις, καθώς ο Κανονισμός Λειτουργίας του ''Παρλαμέντ'' δεν προβλέπει και δεν μπορεί να γίνει πρόεδρος, ούτε να ψηφίζει κάποιος ''εξ αποστάσεως'', σύμφωνα με την ετυμηγορία των νομικών συμβούλων του, η οποιαδήποτε αντίστοιχη χαλαρή ερμηνεία από πλευράς της πλειοψηφίας του Προεδρείου της Βουλής, ή όποια έκτακτη τροποποίηση του Κανονισμού για να αντιμετωπισθούν οι συνθήκες αυτές, θα οδηγήσει, όπως συνέβη στις 6-7 Σεπτεμβρίου, σε μία καταδολίευση του θεσμού του Κοινοβουλίου προς όφελος μέρους του Σώματος».



«Αυτοί που θα κληθούν να κυβερνήσουν την Καταλονία είναι οι ίδιοι που έχουν ανθρώπους τους στη φυλακή, κάποιους που αναμένουν να δικαστούν και άλλους που δεν μπορούν να επιστρέψουν από το εξωτερικό γιατί θα συλληφθούν. Ο Ραχόι έχασε τις εκλογές της 21ης Δεκεμβρίου, αλλά έχει κερδίσει στο πεδίο της αστυνομίας και των δικαστηρίων. Τι κάνει τη διαφορά; Το μονοπώλιο της αποκαλούμενης ''νόμιμης βίας''. Εάν θέλουμε να μιλούμε για μία νέα κυβέρνηση, δεν θα πρέπει να αγνοούμε αυτό το θεμελιώδες δεδομένο» υπογραμμίζει ο Άλβαρο.

Σε αυτό συμφωνεί και η Μπάριο: «Εάν αναλαμβάνοντας αυτό το κόστος εκλεγεί ο Πουτζντεμόν, θα βρεθεί πιθανότατα ενώπιον μίας απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου και της συνεπακόλουθης προληπτικής αναστολής των καθηκόντων του. Αυτό όχι μόνο θα αφήσει μετέωρη την εκλογή του, αλλά θα καθυστερήσει και την άρση του Άρθρου 155. Και στην ακραία περίπτωση όμως που κάτι τέτοιο δεν συμβεί, ο Πουτζντεμόν θα πρέπει για να είναι έγκυρη η εκλογή του να ''χρισθεί'' Πρόεδρος από τον Βασιλιά της Ισπανίας και για να γίνει αυτό θα πρέπει να είναι παρών. Δεδομένου ότι δεν μπορεί να παραστεί σε μία τελετή εξ αποστάσεως, ή μέσω τηλεδιασκέψεως, λόγω του γεγονότος ότι εκκρεμεί ένταλμα σύλληψής του εντός της ισπανικής επικράτειας και μόλις επιστρέψει θα συλληφθεί, αυτό καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολο. Εκ νέου θα βρισκόμασταν ενώπιον ενός έκτακτου σεναρίου με τους θεσμούς παραβιασμένους, εν εκκρεμότητι και με έναν εκλεγμένο πρόεδρο προφυλακισμένο».

«Από του σημείου αυτού, το μη χείρον θα ήταν να θεωρήσουμε πως το ποτήρι είναι μισογεμάτο» τονίζει ο Άλβαρο. «Οι αυτονομιστές διαθέτουν την πλειοψηφία για να σχηματίσουν κυβέρνηση, αλλά δεν έχουν επαρκή δύναμη για να καθίσουν με τον Ραχόι στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να φαντασθούμε μία υποθετική κατάσταση: έναν πρόεδρο ή μία πρόεδρο της ''Τζενεραλιτάτ'' που θα ασπάζεται το Άρθρο 155» προσθέτει.

Και καταλήγει «ο μελλοντικός πρόεδρος της Καταλονίας θα πρέπει να σερφάρει πάνω σε μία μονομερή απεκτόνωση που θα τοποθετεί το στοίχημα δύο εκατομμυρίων Καταλανών πάνω σε φαινομενικά ''γκρίζες'' συντεταγμένες: αυτές της άσκησης των θεσμικών δραστηριοτήτων ''καθ’ εκάστην'' , που θα μοιάζουν μεν να απορρέουν από το καθεστώς της ανεξαρτησίας, αλλά δεν θα είναι στην πραγματικότητα. Διότι θα υπάρχει μνήμη».

Από τη μεριά της η Μπάριο καταλήγει: «Θα υπάρξει κάποιος που εντός του πλαισίου του ''ουδέν κακόν αμιγές καλού'' θα θελήσει να εκμεταλλευθεί την κατάσταση αυτή για να αντλήσει μεσοπρόθεσμα οφέλη: να φθείρει τη δημοκρατική νομιμότητα στην Ισπανία και να παρουσιάσει την απόσχιση ως έναν δίκαιο σκοπό. Όμως, αυτό εξυπηρετεί τα κομματικά συμφέροντα κι όχι την κοινωνία των πολιτών. Θα πρέπει οι εκλεγμένοι βουλευτές να αρχίσουν να σκέφτονται το σύνολο όσων εκπροσωπούν και όχι ένα μέρος τους και να κατανοήσουν πως η θητεία τους δεν υπακούει σε κάποια επιτακτική ανάγκη, αλλά στην αρχή της αντιπροσώπευσης. Και δεν είναι ούτε απαραίτητο να το πράξουν άπαντες. Κάποιοι εξ αυτών μπορούν να αναλάβουν το έργο να συνεχίσουν να είναι ''αντισυστημικοί εντός του συστήματος'', αρκεί μόνον να υπάρξουν κάποιοι που θα κόψουν την τράπουλα. Εν προκειμένω, αρκεί να το πράξει η ERC. Ιδίως μετά την καταδίκη στελεχών της Junts per Catalunya για το σκάνδαλο διαφθοράς της ''υπόθεσης Παλάου'' (για τις μίζες 4% στα δημόσια έργα που το ίδιο το κυβερνών κόμμα ανέθετε σε δικούς του επιχειρηματίες) και μετά την ετυμηγορία για την ''εξ αποστάσεως'' άσκηση της προεδρίας, η ERC έχει τα αποχρώντα επιχειρήματα να το πράξει».

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018, 12:48