Δίκη για το Μάτι: «Για 77 λεπτά δεν υπήρχε ένα ρημάδι Σινούκ να σηκωθεί να σταματήσει τη φωτιά;»

Πρώτη καταχώρηση: Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2022, 12:21
Δίκη για το Μάτι: «Για 77 λεπτά δεν υπήρχε ένα ρημάδι Σινούκ να σηκωθεί να σταματήσει τη φωτιά;»

Την ευχή να μην ζήσει άλλος άνθρωπος τις στιγμές που εκείνος δεν θα ξεχάσει ποτέ, με τη μυρωδιά του καμένου, στη διαδικασία της αναγνώρισης της σορού της ηλικιωμένης μητέρας του, έξω από το νεκροτομείο, εξέφρασε ο δικηγόρος Παναγιώτης Κωνσταντάκης, καταθέτοντας στη δίκη για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι.

Ο μάρτυρας που έχασε τη μητέρα του, η οποία κάηκε μπροστά στα μάτια της αδελφής του και του γαμπρού του, ενώ όλοι μαζί προσπαθούσαν να φτάσουν στη θάλασσα από μία δίοδο στο Μάτι, μίλησε στην κατάθεσή του για ένα «θέατρο σκιών» εκείνο το βράδυ, καταλογίζοντας ευθύνες για κακούργημα στους αρμοδίους.

«Ούτε ένα πτητικό μέσο δεν σηκώθηκε να ανακόψει τη φωτιά στο Νταού Πεντέλης. Η φωτιά έκανε 77 λεπτά να περάσει στο Μάτι. Σε αυτό τον χρόνο δεν υπήρχε ένα ρημάδι Σινούκ να σηκωθεί να σταματήσει τη φωτιά; Ο κόσμος έμεινε απροστάτευτος χωρίς καμία ενημέρωση και παραπληροφορημένος από αυτούς που είχαν ευθύνη να βοηθήσουν να αποφύγουν το μοιραίο», είπε και πρόσθεσε: «Έφυγαν τρέχοντας μόνο όσοι κατάλαβαν ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά όταν έπεσε το ρεύμα και όσοι βγήκαν από τα σπίτι τους και είδαν τις φλόγες… Γι' αυτό και βρέθηκαν απανθρακωμένοι άνθρωποι στον δρόμο, για αυτό έλιωσαν άνθρωποι που πήγαν να σώσουν άλλους. Αλλά κατά τα άλλα "όλα δούλεψαν σωστά". Αυτό και το "να σας δώσουμε δύο χιλιάδες" δεν θα τα ξεχάσω ποτέ, και δεν θα τα συγχωρήσω ποτέ».

Ο δικηγόρος περιέγραψε την αγωνιώδη προσπάθεια των δικών του ανθρώπων να ξεφύγουν από την κόλαση της φωτιάς, μεταφέροντας την εικόνα που επικρατούσε:

«Περπάτησαν σε ένα κακοτράχαλο σημείο, προσπαθώντας να μπουν σε κάποια από τις καθόδους για τις παραλίες. Τη στιγμή που μπήκαν σε αυτόν τον δρόμο άρχισαν να έρχονται καύτρες και αντελήφθησαν ότι τα πράγματα δυσκολεύουν αρκετά. Αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να τρέξουν για να σωθούν προς τις μικρές παραλίες. Σε ένα σημείο υπήρχε ένα πεύκο που ενωνόταν με έναν μεγάλο σχίνο. Σε μια ρίζα σκόνταψε και έπεσε η μητέρα μου. Εκείνη την ώρα, το πεύκο και ο σχίνος άναψαν σαν ένα σπίρτο. Η φωτιά έκαψε τη μητέρα μου. Αναγκάστηκαν να φύγουν και να την αφήσουν πίσω...

Τα αδέρφια μου κατέβηκαν σε μια άλλη παραλία με εγκαύματα, όπου ήταν καμιά εικοσαριά - τριάντα άτομα  και παρέμειναν εκεί μέχρι τις 00:30 χωρίς να ασχοληθεί ποτέ κανείς μαζί τους. Εκείνη την ώρα εμφανίστηκαν κάποιοι που μάλλον ήταν της Πυροσβεστικής και έφτασαν εκεί από τις φωνές. Ξεκίνησαν να ανεβάζουν τους ανθρώπους, θεωρώντας ότι δεν υπήρχε εστία. Και φτάνοντας επάνω, έγινε αναζωπύρωση και τους ξανακατέβασαν κάτω. Μετά τους φόρτωσαν τριάντα - τριάντα και τους πήγαν στο λιμάνι της Ραφήνας, αλλά δεν ήξεραν πώς να πιάσουν έναν καμένο ή έναν άνθρωπο με σπασμένα πόδια. Τους αποβίβασαν στο βορειότερο σημείο του λιμανιού της Ραφήνας χωρίς να τους περιμένει κανένας. Τους  πέταξαν σε μια γωνιά και με όσες δυνάμεις είχαν κατευθύνθηκαν προς τα φώτα και τον κόσμο.

Μαζί με την αδερφή μου υπήρχε μια γυναίκα που περπατούσε για βοήθεια ενώ είχε πάθει έμφραγμα… Στις 18:45 η μητέρα μου ήταν νεκρή και ήδη υπήρχαν πολλοί νεκροί. Εγώ το έμαθα στις 19:10. Από τις 18:30 μέχρι τις 19:30 πρέπει να υπήρχαν τουλάχιστον δέκα νεκροί. Και αυτό ήταν γνωστό».

Τελευταία ενημέρωση: Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2022, 14:36