Παράδοξος Απρόσωπος Διάλογος, κι «ο νοών νοείτω»

Ελευθέριος Ανευλαβής
Παράδοξος Απρόσωπος Διάλογος, κι «ο νοών νοείτω»
«Συγγνώμη, φίλε, μόρτη! Ψάχνεις κάτι;»
κοντοστέκεται τον κοιτάει απορημένος, δεν μιλά.
«Μιλάς χαοχωρικά;»
«Ο…»
«taller de dansk? Μιλάς δανικά;»
«Οο…»
«Σπηκ εγγλέζικα;»
«Οοο…»
«Φωνείς κινέζικα;»
«Οοοοκχι.»

«Kαθαρό!». Ειρωνικά «Πώς είστε σήμερα ξανθέ μου κύριε;»

«Χέρει πολύ.»

«Είσαι κουφός; Τι χέρι πολύ, μου λές;»

«Κο-κο-κο-κομ-ψψψι-κοκοκοκομψψψά»

«Είσαι κουφομουγκός;»

«Ο-ο-ο-κκκ-χι. Κεκεκεκέ»

«Εεεπ; Τι κουφοτρέχει με σένα;»

«Έγκινε ζαβλακωμένο όταν ήρτε Κχαοκχώρα.»

Τον χτυπάει φιλικά στην πλάτη.
«Τρομερό. Πώς έγινε; Έλα ν’ ανταλλάξουμε μια χειραψία»
Του δίνει το χέρι. Ο Άλλος, στέκεται ακίνητος, καχύποπτα φοβισμένος.
«Έλα και να σπηκάρουμε μερικά φωνήεντα τσατραπάτρα». Τον ακούει αμήχανος. «Έλα. Γίνε κομματάκι πιό φανερός. Έλα, ν’ ανταλλάξουμε μια χειραψία και καπέλα, και μίλα μου σαν να είσαι εγώ, κι εγώ θα σου μιλάω σα να είμαι εσύ.»

Κάνουν χειραψία με το αριστερό χέρι, και με το δεξί ταυτόχρονα αλλάζουν καπέλα Τώρα ο Ένας, μιλά σαν να είναι ο Άλλος, και ο Άλλος μιλά σαν να είναι ο Ένας.

«Πού στον κοκοκόρακα;»

(Τώρα σαν άλλος): «Θαλασσοπνιγμένος, κυνηγημένος από τα βοϊδοσκατοχώραφά μου, όπου έπρεπε να είμαι τώρα.»

«Τι μου λέει;»

«Δί-Δι-Διστατάζω. Μπουχουχούχου (ψευτοκλαίει), τα σφετερίστηκε, όλα στρέμματα σπίτια, βόδια, για ένα ψηφοκατοστάρικο να με βάλει στο σαπιοκάραβό του!»

«Τι μου λέει;»

«Για μέτρα χιλιάδες ψυχές, ψηφοκατοστάρικο η κάθε μια… Τρέμω από οργή στο μυαλοχώραφό μου όταν τον θυμάμαι.»

« Μια στιγμή. ‘Ένα κατοστάρικο είναι ένα καστοστάρικο. (ψάχνει την δεξιά τσέπη του παντελονιού του). Ασε με, παρ όλη σου τη διστακτικότητα, να σταυρώσω την διστακτική παλάμη σου μ’ ένα ψευτοφιλοδώρημα. Να πάρε ένα νόμισμα. (πιάνει το δεξί του χέρι και βάζει στην παλάμη του ένα εικοσάπενο, την κλείνει, σε γροθιά). Να, πάρε, για μια μερίδα γεμιστά και μια Μπύρα Μύθος ΗΕLLAS, κάνει καλό. Και να λιάζεσαι στις πλατείες, είναι χαρά θεού και Σίας.»

«Αυτός είσαι! Αυτός είσαι! Απερίγραπτο.»

«Σχεδόν εκατομμύριο μάζεψα, λαθροληστεύοντας συνταξιούχους με τους τσιφτολεβέντες μου. Ζήτω η Μύθος μπύρα ΗΕLLΑS.»

«Ζήτω, του θαλασσοπνιγμένου, με τον οβολό στο στόμα. Κι εκείνος λαθροθήρευε στο ίδιο στίγμα, εκεί που οι λαθρολιβρέες σε αγιογδύνουν.»

«Όπως κι’ όλοι εκείνοι οι κωστογιωργαντωναλεξηδες, οι πρώην και οι επόμενοι, κούληδες, αχθοφόροι της αγοράς, που αδειάζουν τα σκουπίδια τους εδώ, και βρωμίζουν τον τόπο.»

«Ακριβώς, κοπρίζουν στα ρυακορύακα, δίπλα στη Δουκοβιστωνίδα των Εφραιμοκαλόγερων.»

«Κύριε των Βοθρολυματοδυνάμεων!»

«Με τι παραγέμισμα η κοπριά τους, πές μου, για τ’ όνομα Ούννου.»

«Παρόμοιο με αυτό που λέει το τραγουδάκι, με τις βουβάλες. Στο λέω παραλλαγμένο για την περίπτωση»:

Τα όνειρά μου κόκκινα
τα όνειρά του μαύρα
ρούχα μαζί που πλύθηκαν
και έγιναν ροζμώβ»

«Οι σταροκόρακές κρώζουν, τσιμπολογώντας τη σκατοκοπριά. Η αυτού σκουπιδότης του, ο Βοϊδοβόρειος! Θα μπορούσα να τον ροχαλίζω με την αφρισμένη ροχάλα, μέσ’ απ το ρέμα, που με διαβολόριξε ο Ούννος. Ο’yes.»

«Καυτόλαδο να με κάψει, αν μόλις καταλαβαίνω μια ευρωλέξη, από τούρκικα μέχρι αγγλογαλλικά, με αυτήν τη χωριατόγλωσσα που τα μιλάς, αχαΐρευτε, ξενομπάτη.»

«Είν’ ένα όνειρο. Αλλά περίμενε ένα δεύτερο. Κάνε έναν γρήγορο περιπατάκο τριγύρω, σ αυτό το σχεδόν νησί, και θα δείς πόσο παλιά είναι η πεδιάδα εδώ, όπου εγκαταστάθηκαν οι Ούννοι και οι ντόπιοι παρακεντέδες τους, τουρλιδοπούλια και μυγοχάφτες, στα αλμυρολίβαδα, πού πάνω τους χτίζουν και με τον νόμο των θεσμών, και με το δικαίωμα της αφεντιάς τους, απλώνοντας τσιμεντοσέντονο στις παραλίες, από το, «εν αρχή ην παρά θιν αλός», μαγνάδι, μέχρι εκεί που κείτονται μισογκρεμισμένα τα περίτεχνα αγάλματα.»

«HELLAS το πανδοχείο σου βασίλεμα δεν έχει.»

« Ας θυμάται τα παλιά κάθε Χαοχωρίτης. Ανακατεμένες δυο ράτσες, κόκκινο-μαύρο, δολοφονούν τη συμπόνια. Πλατσουρίζοντας αριστεροδεξιά, βρίσκονται σε παλιρροϊκό κύμα. Κι’ ατάραχοι στην άμπωτη της απραξίας, ηρεμούν. Αριθμηταναρίθμητες ζωντανοϊστορίες είναι κάτω πεσμένες, σ’ αυτήν τη Χαοχώρα, ελαφροτιναγμένες, σαν λασπωμένο χιόνι, σκουπίδια θαμμένα στη λεβεντογέννα γη, γαιωμητέρα όλων των στροβιλόκοσμων. Τώρα είναι όλοι θαμμένοι στον αρχαίο τύμβο, χώμα σε χώμα. Περηφάνια. Ω, η περηφάνια, ο κότινος της δόξας τους!»

«Μπόχα!»

«Γαμηθήτω το θέλημα τους!»

« Εδώ από κάτω βρίσκονται ασβεστοχωμένοι. Τρανός δίπλα στον μικρό. Ήρωας πλάι στον δειλό… Ο μαχητής δίπλα στον χεσμένο στη μάχη. Ο Πλουτοκράτης αγκαλιά με τον εργάτη. Τα σάβανα έχουν και τσέπες. Μικρό, μικρό τοσοδούλικο σπίτι. Κι’ αυτοί, σαν εμάς, ίσοι προς ανίσους.»

«Και κάθε νύχτα η ζωή γίνεται και πιο άνισα μαύρη. Χαοχώρα, η μεγάλη, Η μεγίστη.»

« Ξενοδοχείο, ξένων νυχτοδοχείο, μοναχιασμένη, σ’ αυτό το κοιμητήρι, που είναι λαοθάνατος.»

«Σκατοδολοφονοθάνατος! Τρυφερος κι ευγενικός! Δίπλα στο φασαριόζικο κύμα, περήφανοι και σίγουροι πεθαίνουν. Το σκοτάδι του νερόλακου, τύμβος προγονικός αθάνατος, τους έχει καταπιεί όλους τους.»

«Αυτή τη χρονιά, η δική μας γη, η γη μας των αιώνων, δεν είναι ασφαλής.»

«Απέσβετο και λάλον ύδωρ, κλαίει και λέει η Σίβυλλα.»

«Και τώρα δεν ακούς, παρά κραυγές βαρβάρων και απατεώνων. Κι η σαπια τεφροδόχος, αντηχεί»:

Σπάτα Μάτι Πεντέλη στάχτη και μπούλμπερη!

«Αυτός, τρέχοντας στα τέσσερα, μπορεί να το πει, μονορούφι.»

«Πούλα μου, πραϋντικά, τον ναύλο για την αυτοταπείνωση, Καγκελαριοκυρία, Ανγκέλα μονοάδικη! Αλλά πέστο, μαλακά, προσεκτικά, καλουπωμένο!»
«Σώπα! Μείνε στη σιωπή σου!»

«Γιατί;»

«Ο γίγας και Σία, λιάζονται.»

«Τι;»

«Σκύψε, αν είσαι αλφαβηταφηρημένος, σ’ αυτό το παλιοημερολόγιο. Τι παράξενα σημεία. Παρακαλώ σε, σκύψε, σ’ αυτό το αναλφαβητο!»

«Μπορείς να μιλήσεις, μιας και Ημείς και Υμείς την ξέρουμε ήδη, την αλητολέξη του;»

«Είναι η ίδια πολυκαιρισμένη, κι από άλλους ειπωμένη, λέξη. Μ-α-ν-ή.»

Επιμειξίες επί επιμειξιών. Εζυγίσθης εμετρήθης και εβρέθηκες λειψός. Διήρηται. Η βασιλεία του εδόθη τοις Μήδοις και Πέρσες. Ο παρακατιανος Νεαντερντάλ, ζημιές και κέρδη αθροίζοντας, τον παλιό των παχιών αγελάδων τον καιρό, με το κεφάλι στα σύννεφα περπατούσε.

Με την άγνοια, που υποδηλώνει εντύπωση, που πλέκει τη γνώση, που οξύνει το πνεύμα, που οδηγεί την επιθυμία, που προσκολλάται στην τρυφερότητα, που ακολουθάει τον θάνατο, που καταστρέφει τη γέννηση, που συνεπάγεται το επακόλουθο της υπαρκτικότητας του θανάτου. Πόθεν το κρίμα; Από πού ο λεκές;

Σημειώστε. Οι παραβάτες θα τιμωρούνται .

«Απομειωμένος Αστήρ. Κοίτα. Αν μπορούσα να καταλάβω τί γίνεται εκεί πέρα; ποιόν συννεφιασμένο συνοδεύουν, μόνο κι έρημο, εν μπομπή;»

«Είναι το σφαγείο των θεσμών.»

«Δεσμών, είπες;»

«Ναι. Ο ψηλός, φιλαράκος. Ο ομορφονιός.»

« Ο Νταϊσελμπλούμος, εννοείς;»


Ο, που μας φέρετε, μετά πολλής
Αβροφροσύνης, ο αφελής,
Και, λέει, πως μπερμπαντεύουμε,
Και συνεχώς βατεύουμε…
Ενώ πληρώνει, λέει, αυτός,
Ο Ντάισελμπλουμ ο μορφονιός,
Τα δικά μας «γαμισιάτικα»,
Και άλλα «κερατιάτικα…


Κι, εμείς, στα πανηγύρια μας,
Τον γράφουμε, λέει, στ’ αρχίδια μας,
Και σέρνουμε χορούς πολλούς, ενώ,
Χρωστάμε της μιχαλούς»
Κι αυτοί, στον κρύο Βορρά,
Του χρήματος ικέτες,
Ξεχνάνε, πως τα σάβανα
Δεν έχουν κωλοτσέπες.

«Κι αυτός, μόρτη μου, παρανοϊκά και ουσιωδώς, μέσα του, είναι αηδιασμένος με τις βρωμοδουλειές. Όπως κι ο δικός μας μόρτης, φιλαράκο μου. Τι φρικτό!»

«Μα ποιος, στο διάβολο, τώρα ξανασηκώνεται από τον κάτω κόσμο των μνημειωμένων;»

«Πιστεύω. Ακράδαντα, πιστεύω! Ο αιχμάλωτος, ο αιχμάλωτος, ο Λαός.»

«Σίγουρα; Η λάμψη του υπέταξε τους ραδιούργους;»

«Αμείλικτα ! Και, επομένως, η υπακοή των σταυλιτών είναι των ομόσταυλων η ευτυχία.»

«Γιατί ο ήλιος χαμογελά με τέτοια μεθυσμένη υποψία στα ζαρωμένα χείλια του;»

«Σκυλοστοιχημάτισε και το τελευταίο του ευρωσεντ! Κάθε ξεροσέντ το στοιχημάτισε, σε Σόι-μπλε.»

Επομένως όταν θα έχουμε αποκτήσει ενότητα, θα περάσουμε στην διαφορετικότητα και όταν θα έχουμε περάσει στη διαφορετικότητα, θα έχουμε αποκτήσει το ένστικτο της μάχης και όταν θα έχουμε αποκτήσει το ένστικτο της μάχης, θα μας γυρίσει πίσω, ρίχνοντας άσφαιρα πυρά. «Χαίσετο γαρ ή μαχαίσετο» που λέει κι ο παππούς Αριστοφάνης, με πνεύμα ειρήνευσης.

«Αυτό το πράμα ήταν…, θεέ και κύριε, το πράμα των θεσμών, ήταν θεσμόρατο, μόρτη μου. Και τόχωσε μέχρι… μέχρι μυελού οσχέων, στην υψηλότητα των Υψηλοπισθίων του, ο Χερ Χερχελές.»

Σώσον κύριε τον Λεόν σου, φώναζαν οι είλωτες, φοβισμένοι, κρεμασμένοι στην αγχόνη με το δικό τους σχοινί.

Πεθαίνουμε, για τον αγαπημένο μας κύριο, τον δικό μας Χερ.

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018, 15:19