Μικροί, Τυφλοί και Ανίκανοι Κυβερνήτες

Πρώτη καταχώρηση: Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2021, 16:01
Ελευθέριος Ανευλαβής
Μικροί, Τυφλοί και Ανίκανοι Κυβερνήτες

Ελευθέριος Ανευλαβής

 

 

«Λοιδορήσαι τους πονηρούς ουδέν εστ' επίφθονον 

αλλά τιμή τοίσι χρηστοίς, όστις ευ λογίζεται.

Να ξεφτιλίζεις του κακούς δεν είναι καθόλου άπρεπο,

αλλά τιμάς τους χρηστούς, έτσι λένε οι μυαλωμένοι»

(Αριστοφάνους «Ίππης»)

 

 

«Μπάσταρδοι, κλέφτες, πόρνοι» (Κ. Παλαμάς).

«Άνθρωποι, χωρίς ηθική και πίστη. Και κρίμα τα φώτα τους. Ότι ο άνθρωπος κάνει τα φώτα κι όχι τα φώτα τον άνθρωπον» (Μακρυγιάννης).

 

Και επειδή,

«Ου μόνον αρχή άνδρα δείκνυσι, αλλά και αρχήν ανήρ» (Επαμεινώνδας), 

 

Ιδού,  τι κάνατε, σεις οι «Μικροί Ανίκανοι και τυφλοί Κυβερνήτες»,

στην Πόλη και τη  Χώρα. Στη Δημοκρατία μας.  Στην Παιδεία. Στην Ελλάδα μας.

 

«Πολλά και αισχρά ένεκα κερδέων πεποιήκατε: πολλά και αισχρά για το κέρδος κάνατε» (Ξενοφών).

 

«και με τα δυο χέρια σουφρώνει τα δημόσια έσοδα: Καμφοίν χέροιν μυστιλάται των δημοσίων». (Αριστοφάνης).

 

«Κοίτα, νέα χελιδόνια. Κι’ αυτοί γύριζαν να δουν κι’ εγώ έκλεβα το κρέας: Ώρα νέα, χελιδών. Οι δ’ έβλεπον…καγώ των κρεών έκλεπτον:». (Αριστοφάνης και πάλι)

 

Εσείς, οι Μικροί Τυφλοί και Ανίκανοι κυβερνήτες, που λαλείτε «σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες» (Σεφέρης).

 

Γλωσσοχαλαστήδες, και χαλασοχώρηδες,  πρόθυμοι κωλορεβερέντζηδες, —τουτέστιν βαθέως υποκλινόμενοι προβάλλοντες τα οπίσθια—,  των Μερκελευρωπαίων. 

 

Λάτρεις του ξενόφερτου, θα δίνατε  στις κολόνες του Παρθενώνα, το σχήμα του μπουκαλιού της Κόκα-Κόλα, ετοιμοι να φορέσετε στις Καρυάτιδες μπούρκα.

 

«Μια πατρίδα που ζημιώθη, διατιμήθη και όλο σ’ αυτό κατανταίνει» (Μακρυγιάννης), εξ αιτίας ανίκανων αρχόντων, των «αλιτηρίων της πόλης» (Ζήνων ο Ελεάτης).

 

«Και φωνάζουν οι πατριδέμποροι να φοβηθούν οι πατριώτες». (Βάρναλης).

 

Ιδού, οι Μικροί Ανίκανοι και Τυφλοί Κυβερνήτες, που άφησαν τα κάστρα της πατρίδας απολέμιστα και μπήκαν «ντυμένοι φίλοι οι εχθροί», οι απολίτιστοι της παγκοσμιοποίησης του αμερικάνικου τρόπου ζωής και οι «πολιτισμένοι» βάρβαροι της Εσπερίας.

 

«Και έτσι, «χάνονται οι πόλεις όταν δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τους φαύλους από τους έντιμους: Τας πόλεις απόλλυσθαι, όταν μη δύνωνται τους φαύλους από των σπουδαίων διακρίνειν». (Αντισθένης).

 

Και ο λαός, με σακατεμένη ελευθερία, με σακατεμένη γλώσσα, σακατεμένος από την ανέχεια, χαλάει κι’ αυτός, διότι:

 

«Το της πόλεως όλης ήθος ομοιούται τοις άρχουσιν» (Ισοκράτης).

 

Τον καταντήσατε, αυτόν τον λαό, — τον υπερήφανο λαό, «ουδενός δούλον… ουδ’ υπήκοον», (Αισχύλος)—, αναγκεμένο «και πένητα ίνα γιγνώσκη τον τιθασευτήν» (Αριστοφάνης).

 

Τον καταντήσατε, εσείς, οι αρχολάγνοι κυβερνήτες και πολιτικατζήδες, — πολιτικοί υπάρχουν, αλλά είναι είδος υπό εξαφάνιση—, ευτελή και ταπεινωμένο μαζοχυλό, δυσλεκτικό και φτωχό, για να μη μπορεί να σκεφτεί. Ούτε να κρίνει.

 

Τον καταντήσατε, τον λαό, μαζοχυλό, μάζα ψηφοφόρων, προκειμένου να σας ψηφίζουν μια Κυριακή στα τέσσερα χρόνια ή όποτε σας καπνίσει και νομίζετε πως σας συμφέρει να κάνετε εκλογές, καλώντας τον να εξαργυρώσει την ψήφο του, με «ένα πουκάμισο αδειανό», δικών σας προεκλογικών υποσχέσεων. 

 

«κανακεύεις τον λαό, τον χαϊδολογάς, τον κολακεύεις και τον εξαπατάς.

Ήκαλλ’, εθώπευ’, εκολάκευ’, εξηπάτα»

(Αριστοφάνης).

 

Κραυγάζουν οι αναίσχυντοι, Μικροί Τυφλοί και Ανίκανοι Κυβερνήτες:

Δημοκρατία. Ισονομία. Ελευθερία. Ισότητα.

 

Και εννοούν και εφαρμόζουν:

Ελευθερία, του ηδονοθηρικού καταναλωτικού εξευτελισμού.

Δημοκρατία, του αναίσχυντου πολιτικαντισμού.

Ισονομία, του δικολαβισμού.

Ισότητα στη μετριοκρατία,  η οποία αναπαράγεται δια κλωνοποιήσεως,  κλονίζοντας την αξιοκρατία.

 

«Τα γουρούνια ευχαριστιούνται περισσότερο στον βούρκο παρά στο καθαρό νερό: Ύες βορβόρω ήδονται μάλλον ή καθαρώ ύδατι»! (Ηράκλειτος)

 

«Κοράκοι, όλοι κοράκοι αληθινοί, χειρότεροι από τον κόρακα όπου βγήκε από την Κιβωτό και εθρέφοταν από τα λείψανα, όπου είχε αφήσει ο κατακλυσμός του κόσμου»

(Σολωμός).

 

«Συντρίβουμε τους τρόπους του σκέπτεσθαι. Συντρίψαμε πια τους δεσμούς της πατρικής, μητρικής, υιικής στοργής, της φιλίας και του έρωτα. Αν θέλετε μια εικόνα της ζωής, φανταστείτε ένα πέλμα που θα συντρίβει τη μορφή του ανθρώπου.».

(Όργουελ. 1984)

 

Και «ο λαός… σφιγμένος από την ανάγκη, τη μιζέρια και τον μισθό να κρέμεται από σένα με το στόμα ανοιχτό: Ο  δε δήμος … υπ’ ανάγκης άμα και χρείας και μισθού προς σε κεχήνη» (Αριστοφάνης).

 

Κλέφτες, νταβατζήδες του λαού. Μικροί, ανίκανοι κυβερνήτες,

 

Δεν μας κλέψατε, μόνο, τον γλίσχρο μισθό μας. Την τιποτένια μας σύνταξη. 

 

Κλέψατε και το δώρο του παππού για τα εγγόνια. Στερήσατε το παιχνίδι των παιδιών μας, και την ξεγνοιασιά της παιδικής ηλικίας. 

 

Κλέψατε, και τη μέρα της αμφίβολης χαράς, καθώς περιμέναμε τη σύνταξή μας, ξεροσταλιάζοντας στα ΑΤΜ, και τα μετρούσαμε, κι ήταν ακόμη λιγότερα, τα λιγοστά ευρώ της άθλιας σύνταξης.

Μας κλέψατε τα χρόνια της ζωής μας, ασπρίζοντας τα μαλλιά μας, μέσα σε μια ατέλειωτη νύχτα-εφιάλτη, των δικών σας μνημονίων. 

Μας αφήσατε να ζούμε σε βουβά, παγωμένα σπίτια. Σε άδεια από φίλους καφενεία. Σε ετοιμοθάνατες γειτονιές.


Πάνω απ’ όλα, όμως, μας κλέψατε, όλα τα επίσημα αρχεία της ιστορίας μας, κάνοντάς την , Ρεπούστικα, «συνωστισμό» στην προβλήτα της Σμύρνης.

Μας κλέψατε, τα μουσεία του παρελθόντος μας, που χωρίς αυτά, αύριο δεν υπάρχει. Για να ξεχάσουν οι άνθρωποι, πως είναι πολίτες. Για να αφανιστεί κάθε ήχος ελπιδοφόρος. 
 

Λαομπαίχτες, λαοπλάνοι.
Μάταια, πια, περιμένουμε να τρίξει η πόρτα ανοίγοντας, για να μπει ο αγέρας της ελπίδας του αύριο. 

Κι αυτόν μας τον κλέψατε, πνίγοντας, μέσα στη μαυρίλα του αύριο, κάθε προσδοκία μας. 

Μας καταντήσατε ζήτουλες και νοικάρηδες στην ίδια μας τη χώρα. 

Μέσα στις ψυχές μας βρέχει βροχόνερο αγανάκτησης, απελπισμένης οργής, για το σήμερα που μας κάψατε, για το αύριο που μας κλέψατε. 

 

Οι μέρες μας περνάνε γκρίζες, χωρίς απόχρωση. Όλες ίδιες. Με την ίδια απελπισία ζωγραφισμένη σε κάθε μας ξύπνημα. 

Με τον ίδιο εφιάλτη, να μας τρομοκρατεί, κάθε νύχτα, στον ύπνο μας. 
Τα φύλλα, από το ημερολόγιο, πέφτουν, χωρίς να δείχνουν μιαν άλλη μέρα. 

 

Τίποτα πια δε χαμογελά στην καρδιά μας. Τη ζυγαριά τη γέρνετε πάντα προς το δολερό σας μέρος. Κι’ εμείς, ανήμποροι να σας κόψουμε το άδικο χέρι. 

Και οι γιορτές των αγίων, χαθήκανε κι αυτές, μαζί και με τους αγίους.  
Ούτε Εκείνος φαίνεται πουθενά. Χάθηκε; Τον ψάχνουμε. Δεν τον βρίσκουμε. 

 

Θεέ,

Που είσ’ εκεί ψηλά,

Για ρίξε ένα βλέμμα

Να δεις τη δόλια σου σπορά

Που πνίγεται στο ψέμα.

Ολόγυμνοι, πια, φοράμε τον εαυτό μας και δεν τον αναγνωρίζουμε. 
Η μνήμη, ανοιχτή πληγή στο χτες, τότε που ζούσαμε. Τότε που γελούσαμε. Τότε που ονειρευόμασταν. Τότε που ελπίζαμε. 

ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ, που, πια, δεν θα ’χετε τι να πείτε.

 

Σπαταλήσατε, βρωμίσατε, σκοτώσατε όλες τις λέξεις. 
Και τις πετάτε, άταφα κουφάρια, στα μούτρα του κοσμάκη.

Λεξοφονιάδες.

Η πολυτελής εσθήτα, το πέπλο της εξουσίας και της αυθαιρεσίας σηκώθηκε

και φαίνεται ο ξεδιάντροπος κώλος της αδιάντροπης εξουσίας σας

 

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΜΕΡΑ, που θα περιμένεις ένα γράμμα και δεν θα έρχεται, γιατί εκείνο που έλαβες, αλαζονικά, το πέταξες, αλαζόνα, μικρέ τυφλέ και ανίκανε κυβερνήτη. 

«Ανέγνων, έγνων, κατέγνων», είπες, ως άλλος Ιουλιανός ο Παραβάτης. 

 

«Ανέγνως , αλλ’ ουκ έγνως»: το διάβασες μα δεν το κατάλαβες, θα σου απαντήσουμε, λαομπαίχτη.

Όχι δεν πιάνω το χέρι σου. Δεν ταιριάζει η παλάμη σου στη δική μου. 

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΜΕΡΑ, που θα ντρέπεσαι να με κοιτάξεις στα μάτια. 
Δεν θα έχεις, πια, τι άλλο να κλέψεις. 

Κι’ εγώ θα σωπαίνω. Και η σιωπή μου θα λέει: 

 

«Σε σιχαίνομαι, μα δεν καταδέχομαι ούτε και να σε φτύσω», ονειροκλέφτη. Χαλασμένε. Κερδοσκόπε των ελπίδων.

Καιροσκόπε απατεώνα. 
 

Θα περιμένεις μια συγχώρεση, που δεν θα έρχεται. 

Πώς να συγχωρεθεί το άδικο.

ΘΑ ΕΡΘΟΥΜΕ, τότε, ακλόνητοι. Αδυσώπητοι. 

Με μπροστάρη, το κλεμμένο μας δίκιο. 
Με σύντροφο, την περηφάνια μας, που φυλάξαμε ζωντανή μέσα στην καρδιά μας. Την περηφάνια που ποτέ δεν μπορέσατε να μας κλέψετε. 

ΘΑ ΕΡΘΟΥΜΕ, όρθιοι και υπερήφανοι, αυστηροί κριτές των πετρωμένων πεπραγμένων σας, Λειεγκέφαλοι, ματαιόσπουδοι, σπουδαιογελοίοι, σπουδαρχήδες, κρουνοχυτροληραίοι, (κεφαλόβρυσα της κοτσάνας)  άνθρωποι χωρίς λεβεντιά. τρομοκράτες των ονείρων μας, ΚΛΕΦΤΕΣ του μόχθου και του ιδρώτα της ζωής μας, της παράδοσής μας, της αξιοπρέπειάς μας, της ανθρωπιάς μας,

 

και ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ της ΑΛΗΘΕΙΑΣ,  της ΤΙΜΙΟΤΗΤΑΣ των ματιών μας, της ΑΔΟΛΗΣ σκέψης μας, της ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑΣ της καρδιάς μας,

 

ΠΟΙΝΗ ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΥ από την Πόλη των Πολιτών, για τους λαομπαίχτες. 
 
Κι ας  φωνάζουν οι αχόρταγοι λαοφάγοι (δημοβόροι), πως σώζουν την Πατρίδα, ενώ αφανίζουν τον λαό.

 

Κι ας καμαρώνουν οι  σκατωμένοι, κι ας λένε: «Δε λερώθ’κε ο Θοδωρής λερωθήκαν τα σκατά» (Κ. Βάρναλης).

«Λαέ, διώχ’ την ξένη ετούτη λέρα
κι αυτουνούς που τηνε φέρα’.

 

Αν ξυπνήσεις μονομιάς θα’ρθει ανάποδα ο ντουνιάς» 

(Κ. Βάρναλης)

 

 

«Μια  απαίσια βοή, Την σκάλα ανεβαίνει»

(Κ. Καβάφης)

Είναι η βοή, η φωνή του λαού,

«που γυρεύει ένα τίποτα για να πιστέψει και να πεθάνει»

(Μ. Αναγνωστάκης), 

«Ούτινος δούλος, ούδ’ υπήκοος.»

(Σοφοκλής)

 

Κι΄ όταν «θα φεύγουν μουλωχτά,  πέρα στις αμαλάκες*,» όλοι θα πούμε, όλοι μαζί:

«Α στο διάολο, μαλάκες»

(Γ. Σεφέρης «Ινδικό Παραμύθι»)

 

* Αμαλάκα: οπωροφόρο δέντρο της Ινδίας, (πηγή: Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία. Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου)

Τελευταία ενημέρωση: Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2021, 09:49