Η Χαοχώρα

Ελευθέριος Ανευλαβής
Η Χαοχώρα
Η Χαοχώρα υπάρχει στον Χάρτη. Αν την ψάξετε, θα την βρείτε στον Χάρτη του μυαλού σας…
Αν την φανταστείτε, σε γεωγραφικό χάρτη, έχει βουνά, ποτάμια, κοιλάδες, πεδιάδες, και θάλασσα.
Σε πολιτικό χάρτη, έχει πόλεις, περιφέρειες, νομούς, και επαρχίες.

Είναι τερπνή χώρα, με γάργαρα νερά που, μουρμουρίζουν πραϋντικά.
Με το κύμα της θάλασσας, χαριεντίζονται, το χελιδονόψαρο, ο ιππόγλωσσος, ο γαμψομύτης βακαλάος, ο σολομός, το καλκάνι, και διάφορα άλλα ψάρια, κάτοικοι του θαλάσσιου βασίλειου, πολυάριθμα για ν’ απαριθμηθούν.

Στην ήπια θαλασσινή αύρα, τα αγέρωχα υψηλά της δένδρα, κυματίζουν, προς διάφορες κατευθύνσεις, το όμορφο φύλλωμά τους.
Η ευώδης Συκομορέα, ο Κέδρος του Λιβάνου, ο τραγουδισμένος Πλάτανος, ο ευγενικός Ευκάλυπτος κι άλλα κοσμήματα του δενδρόβιου κόσμου, με τα οποία η Χώρα αύτη είναι, αφειδώς, στολισμένη.

Και οικοδόμημα λαμπρό ορθώνεται, εκεί εις την Νήσον, την ωραίαν των Αζορών, σαν πύργος ορατός, από μακριά, κι από τους θαλασσοπνιγμένους.

Εκεί, στο οικοδόμημα το λαμπρο, καταφθάνουν, αγέλες Μόσχων σιτευτών, και ευνουχισμέννων Κριών, και Αμνοί, για να νομοθετήσουν την τύχη, το παρόν και το μέλλον, της Χαοχώρας και των Χαοχωρικών της.

Εκεί, στο Οικοδόμημα αυτό, παρασκευάζεται και το «παντεσπάνι του λαού», με την συνταγή των ολίγων με την πολλή δύναμη, το οποίο θα διανεμηθεί, απλόχερα, στους πολλούς με την λίγη δύναμη, από τα ΜΜΕ, (Μεσων Μαζικής Εγκεφαλομαλάκυνσης), τα διαπλεκόμενα με τους νταβατζήδες και τους λαομπαίχτες.

«Νόμος και Βουλή πείθεσθαι ενός» Ηράκλειτος. (Το Βουλή, με κεφαλαίο «Β», του γράφοντος)

Έχει και πρωτεόυσα, η Χαοχώρα. Ονομάζεται Ούπολη.

Έχει και κατοίκους. Και οι περισσότεροι είναι κανονικοί.
Δηλαδή, «δλδ», στην γλώσα των γκρίκλις, των 500 λέξεων, δλδ, την οποία γνωρίζουν πλείστοι όσοι, παγκοσμιοποιημένοι, Ελλάνες, (αρχαιοπρεπώς, οι Έλληνες), ελλανάρες της κραυγής και της φυλής «ουάου» ή «γουάου: wow ελλανιστί»

Δλδ: άνθρωποι, της «διπλανής πόρτας», οι οποίοι ομιλούν κανονικά, συζητούν στα καφενεία και στα μπαρ, και εν ζωή «κεκοιμημένοι», χαριεντίζονται, αμέριμνοι και χορτάτοι, πάνω στης γης την πλάτη.

Και είναι και λίγοι, Μη Κανονικοί, κάτοικοι της Ούπολης.
Αυτοί, που την κρατάνε ζωντανή, μέσα στο πηγαινέλα στα σουπερμάρκετ, που γεμίζουν και αδειάζουν σαν πνευμονια‧ και μέσα στους εμπορικούς δρόμους, όπου, οι κυρίες της Χάλι-Χάι (high, ελλαναριστί) Σοσάιετυ, σκοτώνουν τον καιρό τους και τα λεφτά των συζύγων τους.

Χρήμα. Χρήμα. Χρήμα. Ο θεός ευλογητός ει.

Κι’ ο Θεός;

Μια κραυγή:
Η κραυγή του αθώου πνιγμένου παιδιού στη θάλασσα του ξεριζωμού•
Η κραυγή του σκοτωμένου στρατιώτη στους πολέμους•
Η κραυγή της εσταυρωμένης ανθρώπινης συνείδησης, πάνω στον Σταυρό•
Η κραυγή της απελπισίας του ανθρώπου, για το: «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ' εικόνα ημετέραν και καθ' ομοίωσιν»
Η κραυγή του Χριστού, πάνω στον Σταυρό, πριν από το τετέλεσθαι: «ηλί ηλί, λιμά σαβαχθανί; Θεέ μου Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;»

Κι Εκείνος;
Ποιος είν’ Εκείνος, που, γύρω του μαζωμένοι, βροντοβροντώντας, οι θεσμοδεσμοί, τον συνοδευουν και τον πομπεύουν;

Εάν είναι σωστά, τα ακαταλαβίστικά σου, ο κομμάτι παχουλός, αριστεροδεξιά φιλαράκος, δεν θα στεκόταν καθόλου στην ίδια θέση. Κι αυτός, ο καημένος, είν’ αηδιασμένος, με τις βρωμοδουλειές.

Ω φρικτό!
Και, ποιος, στο διάβολο, τώρα, ξανασηκώνεται από τον κάτω κόσμο;

Πιστεύω, ακράδαντα, πιστεύω! Είναι ο λαός. Σίγουρα. Η λάμψη του υπέταξε τους πανούργους;

Αμείλικτα ! Μέχρι την άκρη από το μούσι μου. Και, επομένως, η υπακοή των σταυλιτών, είναι των σταυλαρχών η ευτυχία.

Γιατί Εκείνος, χαμογελά, με τέτοια μεθυσμενη υποψία, στα ζαρωμένα χείλια του;

Σκυλοστοιχημάτισε, και την τελευταία του δεκάρα! Κάθε ξεροδεκάρα ! Στοιχημάτισε, σόιμπλε — σόι πάει το βασίλειο—, στοιχημάτισε στον ΕυρωΟύννο, Καγκελοκαγκελάριο.

Μα τί πίνει, Αυτός; τι πίνει;
Ξεροσφύρι! Άκρατον Ευρωοίνον! Με την ευσεβόμορφη και παρθενόμορφη La Guard. φρουρό του.

Επομένως, όταν θα έχουμε αποκτήσει ενότητα, θα περάσουμε στην διαφορετικότητα, και όταν θα έχουμε περάσει στη διαφορετικότητα, θα έχουμε αποκτήσει το ένστικτο της μάχης, και όταν θα έχουμε αποκτήσει το ένστικτο της μάχης, θα γυρίσουμε πίσω στο πνεύμα της ειρήνευσης.
Με τη βοήθεια του λαμπρού λόγου, που η μέρα στελνοκατεβάζει από ψηλά.

Θεέ και Κύριε.
Αυτό το πράμα! Αυτό το πράμα, γερμανοκατασκευασμένο πράγμα… Για τ’ όνομα του Θεού … Το’χωσε στην υψηλότητα των Υψηλοπισθίων μου, ο Χερ Χερχελές.

Τώρα, αν κάποιος έφερνε ένα κλεφτολαδοφάναρο, και κάποιος άλλος ζέσταινε νερό κι έριχνε μέσα το λίπος, που περισσεύει από τα κόκαλα των πεινασμένων, θα μπορούσαμε, ώσπου να πεις «σκοταδαγκελομέρκελ», να κάνουμε όμορφο σαπούνι, όλους τους τεμπέληδες της εύφορης κοιλλάδας (κοιλάδας + Ελλάδας).

Ο καλοθεός σώζει την λαδωμένη Ελλαδα,
φώναξαν οι είλωτες, φοβισμένοι,
απ’ τα μαλλιά πιασμένοι…

Τελευταία ενημέρωση: Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018, 16:12