Η στροφή της αμερικανικής πολιτικής και η διαμάχη των ισλαμιστών

Πρώτη καταχώρηση: Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012, 10:31
Κώστας Μπετινάκης
Η στροφή της αμερικανικής πολιτικής και η διαμάχη των ισλαμιστών
To διάβαζα και δεν πίστευα στα μάτια μου: «Γιατί το Ιράν θα πρέπει να αποκτήσει τη βόμβα. Η πυρηνική ισορροπία σημαίνει σταθερότητα» του Kenneth Waltz.

Το άρθρο είναι από το περιοδικό «Foreign Affairs» που απηχεί τις απόψεις του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών και ανήκει στην ομάδα think tank «Council on Foreign Relations».

Καθώς διάβαζα το άρθρο, στη διπλανή στήλη, υπήρχε παραπομπή σε προηγούμενα. Παραθέτω τους τίτλους: «Πώς να κρατήσουμε τη βόμβα μακριά από το Ιράν». «Ήρθε η ώρα να επιτεθούμε στο Ιράν». Αλλά τώρα, «Δεν είναι ώρα για επίθεση στο Ιράν».

Τι άλλαξε στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ; Πριν από μερικά χρόνια, δημοσιοποιήθηκε πολυσέλιδη μελέτη Αμερικανών πανεπιστημιακών που αποκάλυπτε πόσο στοίχιζε η στήριξη από τις ΗΠΑ του Ισραήλ, σε όλα τα επίπεδα. Αν, αυτήν τη στιγμή, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι δύο υποψήφιοι στις ΗΠΑ -πέντε ημέρες πριν από τις προεδρικές εκλογές- παλεύουν στήθος με στήθος, φταίει η αναποφασιστικότητα του εβραϊκού λόμπι να ψηφίσει τον Ομπάμα.

Κατά την άποψη του John Mearsheimer, καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο πανεπιστήμιο του Σικάγο, «τα πυρηνικά όπλα είναι όπλα ειρήνης, επειδή δεν έχουν ικανότητα επίθεσης». Σύμφωνα με τον καθηγητή, «αν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικά όπλα, τότε ούτε οι ΗΠΑ ούτε το Ισραήλ θα του επιτεθούν. Όπως και δεν θα επετίθεντο στο Ιράκ, αν ο Σαντάμ είχε αποκτήσει πυρηνικά, ή στη Λιβύη». Θυμίζει ακόμα ότι η απόκτηση πυρηνικών από το Πακιστάν και την Ινδία δημιούργησε μεγαλύτερη σταθερότητα στις δύο αντίπαλες χώρες.

Αλλά και η βρετανική κυβέρνηση υποστηρίζει πως «δεν είναι η κατάλληλη ώρα να αναληφθεί στρατιωτική δράση εναντίον του Ιράν». Αυτό αποκαλύφθηκε μετά την αίτηση της αμερικανικής κυβέρνησης να χρησιμοποιηθούν οι βρετανικές βάσεις «σε ενδεχόμενη επίθεση». Παράλληλα, ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον, την περασμένη εβδομάδα, σε ομιλία του κάλεσε το Ισραήλ «να δείξει αυτοσυγκράτηση».

Η Βρετανία, όπως υπενθυμίζει η «Guardian», διαθέτει στρατιωτικές βάσεις, που είναι βρετανικό έδαφος στην Κύπρο, στη νήσο Ascension στον Ατλαντικό και στο νησί Diego Garcia στον Ινδικό.

Το Ιράν δεν θα είναι η πρώτη χώρα που προσδιορίζει την ασφάλειά του με την κατοχή πυρηνικών όπλων.

Η ιστορία δείχνει πως μια χώρα που αποφάσισε να αποκτήσει πυρηνικά, δύσκολα εμποδίζεται. Υπάρχει, όμως, πάντα το ενδεχόμενο να αναπτύξει το πυρηνικό του πρόγραμμα χωρίς να κατασκευάσει τη βόμβα. Η Ιαπωνία, για παράδειγμα, διατηρεί ένα εξαιρετικά πολύπλοκο πυρηνικό πρόγραμμα, χωρίς να έχει κατασκευάσει πυρηνικά όπλα, αλλά θα μπορούσε να τα κατασκευάσει σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η Βόρεια Κορέα πέτυχε να κατασκευάσει το οπλοστάσιό της, παρά τα πολλαπλά αντίποινα και τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Η στροφή

Η αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ φάνηκε από την «Αραβική Άνοιξη». Οι νέοι φιλοαμερικανοί κυβερνήτες στον αραβικό κόσμο είναι νευρικοί για τις επιπτώσεις που θα προκληθούν από ενδεχόμενη επίθεση του Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Ήδη μια σειρά από Αμερικανούς αξιωματούχους (πολιτικούς και στρατιωτικούς) που επισκέπτονται το Ισραήλ, εξηγούν στους Ισραηλινούς πολιτικούς πως τυχόν ισραηλινή επίθεση θα περιορίσει στο ελάχιστο την ικανότητα στις αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή να συνεισφέρουν υποστήριξη, λόγω της αντίδρασης των συμμαχικών με το Ιράν κρατών του Κόλπου.

Ο αμερικανικός «πέμπτος στόλος» έχει ναυτική βάση στο Μπαχρέιν καθώς και αμερικανικές αεροπορικές δυνάμεις, ενώ υπάρχουν αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις σε βάσεις στο Κατάρ, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ομάν. Άρα, οι αμερικανικές δυνάμεις εξαρτούν τον ανεφοδιασμό τους στους Άραβες ηγέτες της περιοχής, οι οποίοι ανησυχούν από το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο εξέγερσης από τους φιλο-ιρανούς σιίτες πολίτες τους.

Τι συνέβη με την αμερικανική εξωτερική πολιτική; Η αλλαγή φάνηκε με την «Αραβική Άνοιξη», όπου προωθήθηκαν μετριοπαθή ισλαμικά πολιτικά στοιχεία-τύπου Τουρκίας.

Η κατάρα του Προφήτη

Εκεί ακριβώς βρίσκεται το μυστικό. Στην κατάρα του προφήτη. Ο διχασμός σε σουνίτες και σιίτες στο Ισλάμ είναι ο πρωταγωνιστής στη μεσανατολική κρίση. Αυτό φάνηκε και στη διάσκεψη των 120 αδεσμεύτων κρατών, που φιλοξενήθηκε στην Τεχεράνη. Εκεί διαπιστώθηκε πως οι αδέσμευτοι δεν είναι ούτε υπέρ ούτε εναντίον των μεγάλων δυνάμεων, αλλά διαφάνηκε μια εχθρότητα ηλικίας 1.300 χρόνων. Οικοδεσπότης ήταν ο σιίτης πρόεδρος του Ιράν Αχμαντινετζάντ και δίπλα του (ή μάλλον απέναντι) ο νέος πρόεδρος της Αιγύπτου, ο σουνίτης Μοχάμεντ Μόρσι.

Μπορεί ο Μόρσι, ξεκινώντας την ομιλία του, να έκανε αναφορά στον προφήτη Μωάμεθ, αλλά κατόπιν είπε: «Είθε η ευλογία του Αλλάχ να βρίσκεται μαζί με τις ευχές των πατέρων μας, Abu Bakr, Umar, Uthman και Ali». Τα ιρανικά Μέσα αμέσως χαρακτήρισαν την αποστροφή αυτή «προβοκάτσια», επειδή πρόκειται για τους διαδόχους του Μωάμεθ, μετά τον θάνατο του προφήτη στα 632. Για τους σουνίτες μουσουλμάνους είναι «πρώτοι χαλίφηδες», ενώ για τους σιίτες θεωρούνται «προδότες της πίστης» και μισητά πρόσωπα, των οποίων το όνομα δεν θα πρέπει να αναφέρεται. Για τους σιίτες ο Αλί είναι ο πρώτος ιμάμης που αντιτάχθηκε στους άλλους τρεις πριν δολοφονηθεί.

Όταν οι σουνίτες στη Συρία μάχονται εναντίον του καθεστώτος Άσαντ (που είναι Αλαουίτης -συγγενικό παρακλάδι των σιιτών), ενισχύονται από τους σουνίτες της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ, την ίδια ώρα που η Τεχεράνη εφοδιάζει τη Δαμασκό.

Όταν οι σιίτες στο Μπαχρέιν μάχονται τον σουνίτη βασιλιά, υποστηρίζονται από το Ιράν, ενώ η Σαουδική Αραβία υποστηρίζει τον δεσπότη του Μπαχρέιν.

Έχοντας αυτά στον νου, μπορούμε να καταλάβουμε και τη στάση που ακολουθούν τα δύο διεθνή αραβικά δορυφορικά κανάλια al-Jazeera και al-Arabiya, των σουνιτικών κρατών Κατάρ και Σαουδικής Αραβίας αντίστοιχα.

Οι σιίτες αποτελούν μόλις το 10-13% από τους ένα δισεκατομμύριο 400 χιλιάδες μουσουλμάνους, μόνο που η παρουσία τους στην περιοχή του Κόλπου είναι υψηλότερη. Σιίτες είναι το 90% του πληθυσμού του Ιράν, 70% στο Μπαχρέιν, 60% στο Ιράκ, 35% στο Κουβέιτ και γύρω στο 10% στη Σαουδική Αραβία.

Στον ισλαμικό κόσμο, όπου η εξουσία και η θρησκεία είναι διαπλεκόμενες, οι πολιτικές συγκρούσεις μετατρέπονται σε θρησκευτικές, επειδή, αντίθετα με τον Χριστό, ο Μωάμεθ δεν ήταν μόνο προφήτης, αλλά ταυτόχρονα και στρατιωτικός ηγέτης.

Τελευταία ενημέρωση: Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012, 11:05