«Ανάμεσα στην Μεταρρύθμιση, το Κράτος και τον Αντιεξουσιασμό»

Νατάσα Γ. Πετρούλια
«Ανάμεσα στην Μεταρρύθμιση, το Κράτος και τον Αντιεξουσιασμό»
Νατάσα Γ. Πετρούλια
Δικηγόρος – Ποινικολόγος,
LLM Ευρωπαϊκό Δίκαιο
Μέλος Ελληνικής Εταιρίας Εγκληματολόγων κ Δημοσιολόγων

Σε μια χώρα όπου ο κρατικός μηχανισμός αντιμετωπίζεται με κριτήρια κόστους – απόδοσης όπου η επιτυχία της εξουσίας συνιστάται στην ανοχή της κοινωνίας και στο σεβασμό της διαφοράς – πλειοψηφικής ελάχιστης διαφοράς για διακυβέρνηση του τόπου – με βεβαιότητα έχεις χάσει τον λαό ως δυνητικό υποκείμενο και ιδανικό ακροατήριο απεύθυνσης.

Πως μια κοινωνία μπορεί να κυβερνηθεί δημοκρατικά και αξιοκρατικά εάν δεν είναι βιώσιμη οικονομικά ;
Η ανυπαρξία κοινωνικού κράτους που περικόπτει από την ιδιότητα του πολίτη κάθε κοινωνικό δικαίωμα, δημιουργώντας δυσαρέσκεια ή αίσθημα ματαίωσης δεν είναι κύριες αιτίες δημιουργίας και διόγκωσης αντεξουσιαστικών ρευμάτων;

Εάν η Δημοκρατία δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες επιτυχίας και ευημερίας, η ανέχεια, η διαφθορά, η διαπλοκή, η απαισιοδοξία, η ανισότητα αντιστρόφως ανάλογα δεν λειτουργούν για την Δημοκρατία και την άνθηση ακραίων ρευμάτων;

Ο αγώνας κατά της τυφλής υπεροψίας και της ανοησίας που μπορεί να χαρακτηρίζουν την εξουσία, ο αγώνας κατά του θράσους της εξουσίας, της αποτροπής της αυθαιρεσίας, της αποκάλυψης φαινομένων διαφθοράς και αλαζονείας, ψευδών πεποιθήσεων, εσφαλμένων αποφάσεων και επιβλαβών ενεργειών είναι εξ’ ορισμού μη αποδεκτός όταν πραγματοποιείται από ομάδες αντεξουσιαστών;

Η Δημοκρατία δεν υπεραμύνεται απλώς την διακυβέρνηση από τον λαό, προάγει κυρίως την άποψη ότι καθένας δεν μπορεί να ασκεί κυριαρχική εξουσία. Στην ιστορία της η Δημοκρατία εμπόδισε την υπερβολική συγκέντρωση και την αλόγιστη άσκηση εξουσίας. Αρνήθηκε ότι όσοι κατέχουν εξουσία αντλούν νομιμοποίηση από το θεό, την παράδοση, τον πλούτο, την ωμή δύναμη.
Το ερώτημα που συχνά εγείρουν οι λογικοί άνθρωποι, είναι πως και γιατί τα ηλίθια άτομα καταφέρνουν να καταλάβουν υπεύθυνες θέσεις εξουσίας.

Συχνά οι άνθρωποι ξεχνούν – και πάντα υποτιμούν την καταστροφική ισχύ των ηλιθίων ατόμων και έτσι σε ένα δημοκρατικό σύστημα όπου ένα ποσοστό του εκλογικού σώματος είναι ηλίθιοι, οι εκλογές παρέχουν σε όλους μια θαυμάσια ευκαιρία να βλάψουν όλους τους υπόλοιπους.
Οι νοήμονες συνέχεια παραβλέπουν και νομοτελειακά όλοι υποτιμούν πως η συναναστροφή ή ο συγχρωτισμός με ηλίθια άτομα απαρέγκλιτα αποδεικνύεται μοιραίο λάθος, ανεξάρτητα από τη χρονική στιγμή την τοποθεσία και τις συνθήκες.

Το γεγονός ότι ορισμένοι ξεσηκώνουν τους υποστηρικτές τους για επιθέσεις χωρίς οι ίδιοι να συμμετέχουν στην υλοποίηση δεν είναι κάτι καινούργιο.

Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα οι αναρχικοί ήλπιζαν ότι θα μπορούσαν έτσι να δημιουργήσουν το χάος που κατά τη γνώμη τους ήταν απαραίτητο για να επιτευχθεί η ανατροπή.

Εκατό χρόνια αργότερα οι δεξιοί ανακάλυπταν την ίδια ιδέα (πχ 1990 ο αμερικάνος νεοναζί Λιουϊς Μπιμ διατύπωσε τη στρατηγική της «ακέφαλης αντίστασης» εμπνέοντας την επίθεση στα ομοσπονδιακά κτίρια στο Οκλαχομα Σίτι που έχασαν τη ζωή τους 170 άτομα).

Έτσι απλοί υποστηρικτές, μη ενταγμένοι στην ιεραρχία κάποιας οργάνωσης κινητοποιούνται και προβαίνουν σε μεμονωμένες επιθετικές πράξεις με ρυθμούς και σε μεγάλο αριθμό ώστε ένα νέο φαινόμενο ανησυχητικό και δύσκολο να αντιμετωπιστεί από τις υπηρεσίες ασφαλείας έχει ήδη γεννηθεί.
«καριερίστες υποστηρικτές» είναι δύσκολο να προβλεφθούν και να αντιμετωπιστούν. Η ασφάλεια που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει το κράτος είναι μια ψευδαίσθηση καθώς τα προβλήματα δεν λύνονται ποτέ, απλώς σπρώχνονται συνεχώς κάτω από το χαλί.

Η κεντρική πρόκληση σε κάθε ελεύθερη κοινωνία είναι ίδια, διότι όλοι σχεδόν οι επονομαζόμενοι : τρομοκράτες – βάνδαλοι – αντεξουσιαστές προέρχονται από αντικουλτούρες και σκηνές» ωστόσο όλοι όσοι περνούν από «σκηνές δεν γίνονται τρομοκράτες.

Αυτό καθιστά τη δουλειά των αρχών εύκολη και απλή καθώς δε χρειάζεται να αναζητούν τρομοκράτες ανάμεσα σε όλους τους πολίτες.

Το πρόβλημα όμως της διάκρισης ποιος θα στραφεί στη βία και ποιος όχι παραμένει, δεδομένου ότι ακόμα και σε σκοτεινές «σκηνές » η αναλογία των τρομοκρατών (βίαιων κλπ) είναι συχνά 1 προς 100 ακόμα και 1 προς 1000.

Πόσο επιτυχημένη είναι η αντιμετώπιση αντεξουσιαστικής δράσης και η επιβολή τάξης εξαρτάται από το πόσο καλά οι αρχές ασφαλείας ξέρουν ή μπορούν να διακρίνουν μεταξύ των πραγματικών βιαιοπραγούντων και υπολοίπων πολιτών και πόσο σκόπιμα και αποτελεσματικά είναι τα μέτρα που παίρνουν για κάθε ομάδα.

Ένα πολύ σημαντικό θέμα είναι οι «παρεμβάσεις» οι οποίες απευθύνονται σε άτομα που ήδη έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί και δεν απέχουν πολύ από το να γίνουν εξτρεμιστές ή και τρομοκράτες.
Τα προγράμματα από- ριζοσπαστικοποίησης και εξόδου πρέπει να αφορούν μέτρα προσαρμοσμένα στην κάθε μεμονωμένη περίπτωση διαφορετικά είναι βέβαιοι η αποτυχία τους.
Ο φόβος και η πίστη οδηγούν τους ανθρώπους σε κάθε είδους ακρότητα;

Η πολιτεία οφείλει να διακρίνει και να διαχωρίσει ανάμεσα στο αντικείμενο της λεγόμενης αναρχίας και στην αιτία της. Να διαπιστώσει τις φιλοδοξίες – ανησυχίες και τα θέλω των νέων αυτών και να μην κλείνει τα μάτια στους πραγματικούς εγκληματίες που έγιναν ευυπόληπτοι και κέρδισαν τον σεβασμό επειδή το έγκλημά τους απέδωσε καλά. Να σταματήσει να μετρά το βαθμό ενοχής μόνο με τον απολογισμό των νεκρών.

Να σταματήσει να συγχωρεί όλες εκείνες τις ομάδες που συγχωρέθηκαν όταν έγιναν κυβερνήσεις αφού στο κυνήγι της εξουσίας η επιτυχία αφήνει λίγους εχθρούς διότι η κοινωνία βλέπει και δεν συγχωρεί και γεννά με τον τρόπο αυτό η ίδια (η πολιτεία) άτομα που εγείρονται εναντίον της.

Ο «άτακτος ανταρτοπόλεμος» δεν είναι τόσο ομιχλώδης όσο θέλουν να τον παρουσιάζουν και όταν χιλιάδες άνθρωποι επηρεάζονται από τις συνέπειες του καμία δικαιολογία δεν ευσταθεί από το λεγόμενο συντεταμένο κράτος.

Το να κρατούνται μυστικά συμβάντα και γεγονότα όπως το ποιος «κρατά» μια συγκεκριμένη περιοχή, ποιος κερδίζει και ποιος χάνει γίνεται δύσκολο εγχείρημα όσο περνά ο καιρός και η Πολιτεία χάνει μέρα με τη μέρα την αξιοπιστία της στα μάτια των πολιτών.

Η λεγόμενη «Αντίσταση» είναι σήμερα πιο διάχυτη και συχνά πιο αποφασιστική προερχόμενη από κοινωνικές ομάδες που απαντώνται σε πολλές χώρες. Η φτωχή αστική νεολαία, η ευσεβής αστική τάξη χαλιναγωγημένη από την κοινωνία. Κάτω από την επίδραση των ακραίων στοιχειών της το δέλεαρ μιας ανατροπής αξιών συνδυασμένη με την απόκτηση της τεχνολογίας μεταφράζεται σε μια απροκάλυπτη αγανάκτηση κατά των υπολόγων για ανικανότητα ή διαφορά ηγετών.

Οι ακρότητες είναι γνωστές σε όλους μας

Μπορεί όμως σήμερα το κράτος να κρίνει και να αποτιμήσει τη φύση των σχέσεων που μπορούσαν και όφειλαν να διατηρούν οι διάφορες κοινωνικές αντεξουσιαστικές ομάδες / κινήματα με τους πολίτες.

Σε εκείνους που μιλούν στο όνομα αυτών των ακροτήτων αντιπαρατίθεται μια μεγάλη πλειοψηφία οι οποίοι τραυματισμένοι από το παρελθόν και το παρόν διεκδικούν τη θέση που τους ανήκει στην κοινωνία.

Σε εκείνους που απευθύνουν «κραυγή κινδύνου» αντιπαρατίθεται από τους αντεξουσιαστές ένα μακρύ κατηγορητήριο κατά της δημοκρατίας όπως αυτή ασκείται, κατά του Κράτους όπως αυτό παρουσιάζεται και συμπεριφέρεται μέσω την ηγετών του.

Αυτές όλες οι φωνές, οι ενέργειες οι αναλύσεις αποκαλύπτουν την πολλαπλότητα των εστιών της αντεξουσιαστικής πρόκλησης η οποία σημειώνει μεγάλη πρόοδο.

Αποπροσανατολισμένη Κοινή Γνώμη και κατακερματισμένη εμπιστοσύνη στην Πολιτεία.
Διαπιστώνεται μια τέλεια αντίφαση στην κοινωνία ενώ η Πολιτεία θεωρεί ότι εφαρμόζει την Αρχή της Δημοκρατίας (με όλες τις εκφάνσεις της), για τον αγώνα κατά των ανισοτήτων οι ίδιοι οι πολίτες τους οποίους αφορά και εφαρμόζονται τα μέτρα δεν υιοθετούν ούτε στο ελάχιστο ότι σήμερα στη χώρα εφαρμόζονται αρχές Ισονομίας, Ισοπολιτείας Κράτους Δικαίου, Αξιοκρατίας, Αρχές Δικαίου.
Ποσό πιο αποτυχημένη μπορεί να είναι και να θεωρηθεί μια πολιτική εξουσίας μετά από αυτήν την διαπίστωση!

Πως μπορεί να αποκλείσει τη γέννηση αντεξουσιαστικών ομάδων και δράσεων μια πολιτεία μετά από αυτή την ίδια της την αποτυχία;

Εδώ εστιάζεται μια ακόμη αντίφαση ενώ οι υμνητές των αντιεξουσιαστών ομάδων στιγματίζουν με σθένος τις υπερβολές τους γίνονται οι ίδιοι οι φύλακες της τάξης, συνήγοροι των καταχρήσεων που προκαλούνται μέσω της απραξίας, ανικανότητας και αποτυχίας να εφαρμόσουν με πειθώ και να επιβάλλουν τη τάξη που κάθε συγκροτημένη κοινωνία διαθέτει και κάθε πολίτης αξιώνει.

Η οικονομική κρίση μεγαλώνει τη δυσαρέσκεια και ευνοεί την ανάπτυξη αντεξουσιαστών και γενικά ακραίων δυνάμενων. Η αποτυχία της κυβέρνησης και η χρεοκοπία των κομμάτων επιταχύνουν το διαζύγιο ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνία.

Η διαφθορά οι κακές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες , η φθορά και η αδράνεια της εξουσίας οδηγούν πολλούς να στρέψουν τις ελπίδες τους στα ρεύματα διαμαρτυρίας.

Η ανικανότητα του κράτους να ακολουθήσει μια συνεπή γραμμή στη συμπεριφορά του δεν έχει άλλο αποτέλεσμα από το να καταστήσει σοβαρότερη την κοινωνική ένταση και αξιόπιστη για κάποια μερίδα της κοινωνίας την ιδέα μιας άλλης πολιτικής ακόμη και αν αυτή ανήκει στα λεγόμενα «άκρα».
Εξάλλου οι δυτικές δημοκρατίες δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν αφού διάλεγαν πάντα αυτό που θεωρούν «μικρότερο κακό», ανάμεσα σε μια διεφθαρμένη και ανυπόληπτη εξουσία που τη γνωρίζουν από ομάδες εξουσίας που ταυτίζονται με τα άκρα.

Ας μην παραλείπουμε ότι η εκμετάλλευση από την εκάστοτε εξουσία - κυβέρνηση του φόβου εξάπλωσης (περιορισμού) των ακραίων θεωριών δημιουργεί τις προϋποθέσεις για περιορισμό δημοκρατικών ελευθεριών, υπονόμευση δημοκρατικών δυνάμεων και θεσμών και πολλές φορές η χρησιμοποίηση της συντελεί στο να ενταθεί η ατμόσφαιρα, να πυροδοτηθεί πρόσκαιρο επικοινωνιακό θέμα, αποπροσανατολισμού της κοινωνίας από καίρια ζητήματα και έτσι η εξουσία να απολαμβάνει υπερκέρδος.

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017, 09:20